Ο Κωνσταντής

 

Γράφει ο Γιώργος Ψαρολογάκης

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Τελικά, ο καιρός περνά γρήγορα κι ας φαίνεται μερικές φορές πως προχωρά αργόσυρτα, σαν τον γέρικο γάιδαρο στην ανηφόρα. Έτσι, τέλειωσε η βασική εκπαίδευση, έγινε η ορκωμοσία και μετά… κάθε ένας από τους φίλους μας πήρε, το δικό του δρόμο για άλλη μονάδα, χωρίζοντας για πρώτη φορά στη ζωή τους και μένοντας καθένας μοναχός του. Τρόπος του λέγειν βέβαια, αφού ήταν με εκατοντάδες άλλους. Δεν ήταν όμως ούτε ο Γιώργης, ούτε ο Κωνσταντής, ούτε ο Δημήτρης ή ο Γιάννης. Τον Κωνσταντή ας πούμε τον έστειλαν στο Μηχανικό και λόγω  επαγγέλματος, μιας και ήταν μαραγκός. Άντε πάλι από την αρχή, καψόνια, σκοπιές, αγγαρείες. Μα την ώρα της εκπαίδευσης ο Κωνσταντής ένοιωθε διαφορετικά. Είχε ξαναγίνει μαθητής και του άρεσε. Μάθαινε άλλωστε πολλά καινούρια πράγματα και ορισμένα από αυτά ήταν και ενδιαφέροντα και χρήσιμα. Μάθαιναν, για παράδειγμα, πώς να στήσουν μια γέφυρα σ’ ένα φουσκωμένο ποτάμι γρήγορα και με πρόχειρα μέσα, για να περάσουν από πάνω της φαντάροι, μουλάρια ακόμη και βαριά πυροβόλα, π.χ. κανόνια.

Τα γράμματα πάνε κι έρχονται από το χωριό κι είναι οι καλύτερες στιγμές που περνά στο στρατό. Ακόμη κι από την έξοδο που παίρνουν δυο φορές την βδομάδα, αν δεν έχουν σκοπιά ή αγγαρεία. Σε μια από αυτές τις εξόδους ο Κωνσταντής είχε καθίσει σ’ ένα καφενεδάκι με δυο συναδέλφους να πιούνε ένα ούζο και διάβασε σε μια εφημερίδα που κάποιος άφησε στο διπλανό τραπέζι. «Πυκνώνουν τα σύννεφα του πολέμου στην Ευρώπη. Η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία». Ήταν 1η Σεπτέμβρη του 1939. Ανατριχίλα ήρθε του Κωνσταντή. «Έχει γούστο», σκέφτηκε. Μα βιάστηκε να διώξει τη σκέψη από το μυαλό του. Πώς να φανταστεί τα μελλούμενα να συμβούν. Είναι αλήθεια πως κάτι είχε πάρει το αυτί του, παλιότερα πριν πάει φαντάρος, για κατάληψη της Αυστρίας από τη Γερμανία. «Ένωση» τη γράφανε τότε, μα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.

Ο Κωνσταντής όμως έχει να αντιμετωπίσει κι άλλο ένα πρόβλημα, που άρχισε να τον απασχολεί από τότε που πήρε το τελευταίο γράμμα της Ελένης του. Με μασημένα λόγια του ‘λεγε πως ο πατέρας της την πίεζε ολοένα και περισσότερο ν’ αρραβωνιαστεί μ’ έναν κοντοχωριανό που είχε μάλιστα τα διπλά της χρόνια, μα είχε, λέει, μεγάλη περιουσία και έκανε και εμπόριο. Στο τέλος βέβαια του επαναλάμβανε, πως ότι του ‘ταξε δεν αλλάζει και πως, από τη μεριά της κι αύριο να πάει να τηνε κλέψει είναι έτοιμη να τον ακολουθήσει με μεγάλη χαρά. Του Κωνσταντή του ‘ρθε ζάλη σαν να ‘πεσε κεραμίδι στην κεφαλή του. «Οι διαόλοι να σε πάρουνε στριμμένο άντερο που θες να δώσεις το Λενιώ μου στο γέρο. Και το κρέμασμα σου πέφτει λίγο. Μα που θα πάει. Δε θα κατεβώ στο χωριό;». Βέβαια, οι διαβεβαιώσεις στο τέλος του γράμματος ήτανε μια παρηγοριά. Μα έλα να κλεφτούμε «εδώ και τώρα» είναι μεγάλη κουβέντα σε τούτη τη συγκυρία. Πώς να πάρω άδεια να κατεβώ να την κλέψω του γιβεντισμένου πριν να τελειώσει η εκπαίδευση. Μα άντε και μου δώσανε άδεια και κατέβηκα και την έκλεψα. Ύστερα; Πού θα την παρατήσω να φύγω;

Όπως τα όρνια, σαν πάνε να τους κλέψουν τα μικρά τους από τη φωλιά, με τέτοια μανία κάνουνε επίθεση οι σκέψεις, στο μυαλό του δύστυχου του Κωνσταντή και δεν τον αφήνουν σε ησυχία ούτε μέρα ούτε νύχτα. Γράφει και ξαναγράφει γράμματα, ζητά πίστωση χρόνου από την Ελένη. Της λέει να βρίσκει διάφορες δικαιολογίες στον πατέρα της να καθυστερήσει τον αρραβώνα, μα ξέρει κι ο ίδιος πως με τέτοιο πατέρα που έχει, όλα αυτά είναι λόγια του αέρα και πολύ δύσκολα θα καταφέρει να του αντισταθεί και να πάει κόντρα στην απόφαση του να την παντρέψει.

Το τελευταίο γράμμα της αγαπημένης του, του έχει ανάψει μεγάλες φωτιές. Η ανασφάλεια του τρώει την ψυχή. Έχασε το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση. Δεν έχει όρεξη να φάει. Η σκέψη του είναι μόνιμα αγκυροβολημένη στα τελευταία λόγια της, μ’ αυτά έκλεινε το γράμμα, λίγα μα γεμάτα περιεχόμενο και έμφαση. «Αν με πιέσει (ο πατέρας της) να τονε πάρω, κατέχω ένα τρόπο να βγω από το αδιέξοδο. Μόνο που δεν θα ‘μαστε πια ποτέ μαζί… Μα το προτιμώ από το να μ’ έχει άλλος». Μ’ αυτά τα λόγια τελείωνε το γράμμα της κι έκανε την καρδιά του Κωνσταντή να σταματήσει για λίγο κι ένα ρίγος να διατρέξει τη ραχοκοκαλιά του. Ο υπαινιγμός ήτανε καθαρός. «Ή μαζί ή με κανένα στο μνήμα». Τρέλα του ήρθε. Δεν είχε άλλα περιθώρια για γράμματα, λόγια ή οτιδήποτε άλλο. Εδώ χρειάζονται έργα και μάλιστα άμεσα.

 

 (συνέχεια στο επόμενο)