Η ΑΦΑΝΤΑΞΑ
Γράφει ο Χαράλαμπος Βουτυράκης
Μέλος της Ένωσης Συντακτών Κρητικού τύπου
Ποιος δεν
την κατέχει και ποιος δεν την ανεστοράται. Όντε ν’ είμαστε μικιά κοπέλια,
είχαμε απού ’χαμε τα βάσανα μας, είχαμε από πάνω και την αφανταξά. Ήτονε,
πώς να το πω; Τα ΜΑΤ εκείνησας τση εποχής. Το υπερόπλο στη διάθεση της
κυρίαρχης τάξης των γονέων, για να μασε βάλουνε σε θεογνωσία.
Τάξε μου και η νύχτα ήκρουβγε όλα τα κακά του κόσμου, και ήπρεπε να τήνε
βλέπει χωροφύλακας. Ετούτηνιε η σκέψη μ’ έκανε από τότεσας να αμφιβάλλω αν
είναι καλύτερος ο παράδεισος απού την κόλαση. Πώς όμως να καταλαγιάσεις την
ορμή κάθε καινούργιας ζωής να εξερευνήσει το άγνωστο; Να ανακαλύψει ότι
χώνει το σκοτίδι; Μόνο με την αφανταξά. Τον μπαμπούλα. Δε νταγιαντάς κερά
νέα ζωή το άγνωστο και τ’ απαγορευμένο; Δε σε καταλαγιάζουνε χίλια μη; Δε
νταγιαντάς τα μη των μεγάλων; Έχε τ’ αμέντε σου τη νύχτα. Μη νυχτοπορπατείς.
Μη ετούτο και μη το άλλο. Να πηγαίνεις να θέτεις ενωρίς. Ο κύρης σου κι η
μάνα σου θέλουνε στο σπίτι τάξη και ασφάλεια. Οϊ κενά δαιμόνια. Δε γροικάς
διάλε την περιέργεια σου; Άρπαξε λοιπόν την Αφανταξά να μάθεις τι εστί
βερίκοκο. Εγώ ανταχαζίρι επέρασα κατουρημένα απού το φόβο μου παιδικά
χρόνια. Πού να βγώ όξω τη νύχτα! Με ‘χανε συνέχεια ξετρουμισμένο. Με
φοβερίζανε, μια με τσ’ αποθαμένους, μια με τα λιακόνια, μια με το μπαμπούλα.
Σε τούτεσας τσι φοβέρες , εσυμπαίνανε και οι συγγενείς.
Είχα λοιπόν μια θειά, Θεός συγχωρέσει τηνε, προβοκατόρισσα απού με
κοψοχόλιασε κι είδα κι ήπαθα να συνεφέρω. Θές γιατί ήθελε να σπάσει πλάκα με
το φόβο μου. Θές από βαρεμάρα, δεν είχε ετότεσας τηλεόραση να κάθεται να
θωρεί και να τση τρέχουνε τα σάλια όπως κάνουνε σήμερο λες και τως έχουνε
καμωμένη εγχείρηση στον εγκέφαλο. Θές για να σιγουρευτεί ανέ φοβούμαι τα ΜΑΤ
τση εποχής, δηλαδή την αφανταξά. Θες για να σπάσει πλάκα, και να
κυκλοφορήσει την άλλη μέρα τον κίτρινο τύπο στσι φιλενάδες τση για τον
κατρουλιάρη ανιψό απού ’χε. Δε γ-κατέχω, τέλος πάντων, γιάντα ακριβώς, μόλις
ενύχτωσε, εκουκουλώθηκε ένα άσπρο σεντόνι, ήπλωσε τσι χερούκλες τση ωσάν το
σκιάχτρο, κι’ εχώστηκε σ’ ένα ρούκουνα του σπιτιού μας. Εγώ όντεν είδα πως
ήπεσε το σκοτίδι, είχα και τ’ αμέντε μου στη μάνα μου και μόλις εκίνησε να
σάζει σκυφιστές μακαρούνες, τση τηνε κοπάνισα κι επόρισα απου το σπίτι.
Τότεσας ακριβώς επετάχτηκε η θειά μου απου το ρούκουνα, μέσα στο σκοτίδι
φωνιάζοντας Ουουουουουου… Επέρασα τηνε για αφανταξά και εντερόσπασα. Η ψυχή
μου επήε στην κωλότσεπη μου. Ήριξα ένα τζιρίτι, εγιάγυρα στο σπίτι, κι επήγα
ντελόγο και ήθεσα. Εκουκουλώθηκα στο χιράμι κι εγροίκουνα την καρδιά μου να
χτυπά ωσάν το νταούλι. Η μακαρίτισσα η μάνα μου, παραξενεμένη, ήρθε στο
κρεβάτι μου και με ρώτηξε. «Είντα ‘παθες, μαθές, και ήθεκες τέτοιαν ώρα; Μπα
να ‘σαι αρρωστάρης;». «Οϊ ρε μάνα, έχε με παραιτημένο κι εσύ. Να κοιμηθώ
θέλω, μόνο σβύσε μου τη λάμπα πετρελαίου, γιατί δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ οι
ασκιανιές απού κουνιούνται και μια μακραίνουνε μια κονταίνουνε». «Έλα
Παναγία μου, λέει η μακαρίτισσα. Είντα στο καλό ήπαθες; Εκινήσανε και σε
πειράζουνε κι’ ασκιανιές; Μωρέ συ μπα να φοβάσαι;». «Όϊ σου λέω. Είντα
λογάται», αποκρίνομαι και κουκουλώνομαι μέσα στο χιράμι. Την άλλη μέρα ήμαθα
τα καθέκαστα, όντεν ήκουσα τη μάνα μου να κατσαδιάζει τη θεία μου, απού τση
εντερόσπασε το κοπέλι απού ‘ναι και ασερνικό και μπορεί να πάθει πράμα το
κακομίτσικο.
Εδά πάλι στα γεροντάματα μας έχομε άλλες Αφανταξές. Σήμερο, μέρα, είναι η
Ευρωπαϊκή Ένωση, το Δ.Ν.Τ., τα μνημόνια, το Ευρώ και η Τρόικα. Νύχτα είναι η
δραχμή, το όξω απού την Ευρώπη, και οι αντιμνημονιακοί. Μέρα είναι, να
πλερώσομε τα δανεικά που άλλοι εφάγανε και νύχτα, να πούμε στσι αγορές. Ούστ
από παέ. Μέρα είναι, οι Εθνοσωτήρες, με το συμπάθειο, απού μας εκυβερνήσανε
τα τελευταία χρόνια, μα και πιο παλιά και νύχτα είναι όλοι οι άλλοι. Μέρα
είναι η τάξη, η ασφάλεια και το συμφέρον των βολεμένων και νύχτα κάθε
προσπάθεια να διώξουν την τσίμπλα απού τα μάτια ντως οι ξεβολεμένοι. Μέρα
είναι η μάσα των χορτάτων και νύχτα η λαχτάρα των νηστικών να επιβιώσουν.
Και καλά. Ας πούμε πως ατά είναι η μέρα και η νύχτα των γερατειών μας. Μα η
τωρινή Αφανταξά πού είναι; Εδώ είναι κι αυτή. Η πτώχευση είναι. Τα τέρατα
ομορφιάς Λαγκαρντ και Μέρκελ, οι αγορές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι
τράπεζες, οι πιστωτές και όλα όσα άλλα μασε τρομοκρατούνε, είναι.
Παναγία μου, αυτές κι αν είναι αφανταξές. Οι παιδικές μου αφανταξές δεν
είναι πράμα ομπρός σ’ αυτές. Αν δε θέλομε να με φάνε αυτές οι αφανταξές
πρέπει να προτιμήσομε τα Παπαδημιακά προϊόντα. Να ψηφίσομε μνημονιακούς.
Λένε μας οι ψεύτικες αφανταξές, οι επαγγελματίες πολιτικοί, να ψηφίσομε
αυτούς, κι’ οϊ τσ’ άλλους, γιατί αυτοί σαν επαγγελματίες κατέχουνε πως δα
μασε ξεζουμίσουνε. Οι άλλοι είναι ερασιτέχνες, είντα μπορεί να μασε κάμουνε;
Οι αφανταξές των παιδικών μας χρόνων δεν εποθάνανε ποτέ. Απλά,
εμεταλλαχτήκανε. Με μια μικρή διαφορά. Ετότεσας το σεντόνι το φόργιε η θειά
μου. Εδά το φορούνε οι πολιτικοί του μνημονίου. Εγώ να σασε ξομολογηθώ άλλη
μια φορά την αμαρτία μου. Πως από τη μέρα, προτιμώ την νύχτα, γιατί τσι πιο
όμορφες ώρες τση ζωής μου τσι πέρασα τη νύχτα.