Το σφάνταγμα

 

Γράφει η Αντωνία Μηλογιαννάκη*

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Γροικάτε, αφρουκαστείτε μου, ό νους σας ν’ αϊδάρει
μη σας αφήσει ορνικούς και τα βουνά να πάρει
«χαρείτε τηνε τη ζωή γιατ’ είναι μια και λίγη
και δε γαέρνει το πουλί ‘που βρει καιρό και φύγει».
Καλού – κακού κι ο αγιασμός είναι κι ευτός μια λύση
και τση… μαμής το γήτεμα… κι όποιο παρηγορήσει!
Απού τα γεννοφάσκια σας είσαστ’ αναθρεμμένοι
με τα οζά σαν τα οζά και φτωχοδιαβασμένοι.
Για κείνο δε σας αδικώ, δεν το βαροζυγιάζω
αντέστε ‘δα και γεια – χαρά, φεύγω γιατί νυστάζω.
- Σπολάτι κυρ-γραμματικέ. Νύχτα θα μπεις στα δάση
‘που το χορό, γροικάς το δα, έχουν νεράϊδες πιάσει;
Δε μαϊνέρνεις τα πανιά, να μη σε πάρει αέρας;
Στένου μωρέ κι ανήμενε το γαερμό τση μέρας.
- Εγώ πιστεύω στο Θεό και στου Χριστού τη γέννα
και αυτά που λες, περικαλώ, μη μου τα λες εμένα.
Δεν τα πιστεύω τα μιαρά. Άντρας μωρέ λογούμαι
μα κι αν υπάρχου και τα ιδώ πάλι δεν τα φοβούμαι.
Κάνω σταυρό, φιλώ σταυρό κι έχω περίσσια θάρη
και αντάρα κάνει ο καπνός για κείνο απού φουμάρει.
Ώρα καλή σας το λοιπός και στο βαρύ σας ύπνο
ξανοίξετε στο μόχριασμα ν’ ανάψετε κάνα λύχνο.
Και να μεταλαβαίνετε που και φορά καϋμοίς σας
πρι σασε πάρει ο δαίμονας και σιοχαθ’ η ψυχή σας.

Εμίσεψ’ ο γραμματικός, ο νιος ο παινεσάρης
κι ακλούθανε του Φεγγαριού στ’ άλογο καβαλάρης.
Μιαν ώρ’ αλάργο του χωριού στο ρυάκι απού σφαντάσσει
γροικά τ’ ανέμου τσι σφυρές ‘πού δέρνεται στα δάση
και τση καρδιάς την ταραχή μάχεται ν’ αποβγάλει
μα στο σκοτίδι το μυαλό φυράσσει αγάλι – αγάλι.
Σ’ έρημο τόπο σκοτεινό πουλάκι να πετάξει
ο φόβος γίνεται θεριό ‘που σ’ έχει κι όλα αρπάξει.
«Σφάκελα τση παλληκαριάς κι εσένα σφάκελά σου
κι ας είχε ντο καλοσκεφτείς να κάθεσαι στ’ αυγά σου».

 

 

(συνέχεια στο επόμενο)

 

Αφρουκαστείτε μου=ακούστε με προσοχή, αϊδάρει=βοηθήσει, ορνικούς=ορφανούς, ελεύθερους, μοναχούς, γήτεμα=ξεμάτιασμα, σπολάτι=εις πολλά έτη, μόχριασμα=μούντισμα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει.