Οι νέοι σήμερα

Έκθεση μαθητού του Γενικού Λυκείου Κισσάμου

 

Οι νέοι είναι το μέλλον του κράτους, γιατί από ετούτουσας περιμένουνε οι μεγαλύτεροι κάτι τις. Να δούνε μια καλυτεράδα. Να ρθούνε να τσι αντικαταστήσουνε. Μα μπά! Οι σημερινοί νέοι δεν είναι σα κι αυτούς. Αλλάξανε ντίπι.

 Εδά τσι θωρείς με κάτι πλουμιστά παντελονάκια κι ένα μπαρμπέρισμα απού το κάνουνε επαέ μόνο στσι προβατίνες. Και φορούνε και κάτι σακάκια δίχως μανίκες, για πλάκα λέει, και δε πάνε να βάλουνε κιανένα ρούχο να μη κρυώνουνε μόνο φορούνε ετούτεσας τσι λογάρες. Κι ούλα ετούτανά για να εντυπωσιάσουνε τσι κοπελιές. Κι αυτές πάλι μόλις δούνε κιανένα τέτοιο, απούνε ο κόσμος γεμάτος σήμερα, γλακούνε σα τσι κουζουλοπροβατίνες στο κριγιό, και κιανείς δε τσι κουλαντρίζει μέχρι το στεφάνι. Από κειά και πέρα που θωρούνε το ζόρε, γλακούνε στη μάνα ντως και στου πατέρα ντως και πλερώνουνε οι γέροι τη νύφη.

Να πείς εδά πως έχουνε και κιανένα τρόπο διασκέδασης βολικό, δεν έχουνε, γιατί όλα είναι κουζουλάγρες. Αλλά είναι καλά για κειουνουσάς από τα βουτούνε. Γιατί δουλέβγουνε τα βούγια όλη μέρα στο μεροκάματο και το βράδυ πάνε και πίνουνε ένα νερομπογιά και τα ακουμπούνε. Και να ‘τανε μόνο ετούτονα δεν επείραζε. Πάνε και αγοράζουνε μηχανάκια και παίζουνε κάθε μέρα κριγιαρίδια και ασβολόνουνται και σκοτώνουνται.

Και ούλα ετούτανα είναι λέει τρόπος διασκέδασης για να κλουθούνε οι κουζουλοπροβατίνες χωρίς πολλές κουβέντες μέχρι το στεφάνι. Και να κάμει κιανείς πως δε ντως αγοράζει εκειανά που θέλει, λέει πως θα αυτοκτονίσει.

Καινούργια μόδα για να βουτούνε τα λεφτά του γέρου. Λέει πως θα φύγει από το σπίτι. Και πάει καλός και φρόνιμος ο πατέρας και του κάνει το χατίρι, και δε βουτά κιανένα στελιάρι  να του κάμει τσι κώλους μαύρους να δεί πως αυτοκτονούνε και φεύγουνε και από το σπίτι. Ορίστε μας δουλειές! Και να πείς πως είχαμε ετούτεσάς τσι συνήθειες επαέ, δεν τσι ‘χαμε. Είναι ξενόφερτες συνήθειες.

Ένα καλοκαίρι το λοιπόν ήρθανε κάτι ξαδέρφια μου από την Αθήνα κι επήρανε και μένα να πάμε λέει σε μια ντίσκο. Εγώ δεν έκανα κέφι μα είντα να κάμω. Ξεκινούμε και όντε φτάνουμε κειά, πορίζω από το αυτοκίνητο κι εγρίκουνα χτύπους  και λέω: μα είντα διάολος είναι;. Μπαίνουμε μέσα και είντα να δώ. Θωρώ αθρώπους και κουνιούντανε σαν οντε κάτσει κιανείς σε κιανά γάιδαρο και παίζει πήδους. Θωρώ φώτα που γυρίζανε γύρου γύρου και αναβοσβήνανε και εγρύκουνα κάτι χτύπους που εκουζουλάθηκα. Λέω: είντα διάολο γυρεύγω επαέ. Φράζω τα αυτιά μου, μα πάλι εγρύκουνα. Εκειά μέσα ήτονε σαν το ποροκούρτι. Δεν είχανε από που να βγούνε. Δεν είχανε καθίσματα. Όλοι εστέκανε και χορεύγανε λέει, λές και τως είχες βαρμένο νέφτι. Μια στιγμή λέω και εγώ να δοκιμάσω το πιοτό όπως ούλοι. Βάνω λίγο στο στόμα μου και επεταχτήκανε τα μάθια μου όξω. Και θέτω ένα πήδο και πεθιούμε όξω και πήγα στο σπίτι και εξερνούσα δυό μέρες.

Ούλα τούτα χαλούνε την κοινωνία και πάει κατά διαόλου.