Ένας αλλιώτικος γάμος

Γράφει η Ιωάννα Κατροτζανή – Στεφάνου

 

Ωραίο πράγμα αλήθεια να ‘χεις δικούς σου ανθρώπους, συγγενείς που να σε νοιάζονται και να φροντίζουν για σένα, όταν δεν έχεις πού την κεφαλήν κλίναι. Εξάλλου, η παροιμία λέει πως ο Θεός κάνει ορφανά, μα κακορίζικα δεν κάνει.

Έτσι, και η σημερινή μας ηρωίδα. Μπορεί να ήταν ορφανή, μα είχε ένα θείο που την υπεραγαπούσε και τη φρόντιζε. Η μεγάλη του έννοια ήταν να την παντρέψει, να την αποκαταστήσει. Πολλά βράδια μιλούσε με τη γυναίκα του και της εξομολογιόταν τον προβληματισμό του για το πώς θα τακτοποιούσε την αγαπημένη του ανιψιά.

Ώσπου μια μέρα, στο καφενείο του χωριού συνάντησε ένα χωριανό του κι εκάτσανε να πιούνε μια ρακή. Πάνω στην κουβέντα λοιπόν, το παλληκάρι του εξομολογήθηκε τη μοναξιά του και την ανάγκη του να βρει μια καλή κοπέλα για σύντροφό του στη ζωή. Άρπαξε τότε την ευκαιρία ο θείος και του λέει. «Άκουσε παλληκάρι μου, εγώ έχω μια καλή ανιψιά της παντρειάς. Δε θέλω όμως να σου πω περισσότερα, μόνο να τη δεις πρώτα». Σκέφτηκε για λίγο το παλληκάρι και του απάντησε. «Ναι να τη δω, δε χάνω δα και πράμα». «Την Κυριακή έλα στο σπίτι μου, να τη φωνάξω να ιδωθείτε», αποκρίθηκε ο θείος.

Σαν πήγε στο σπίτι του ο θείος, εξιστόρησε στη γυναίκα του τα καθέκαστα.

«Είντα λες κι εσύ γυναίκα να τη φωνάξομε να της το πούμε;».

«Μα και βέβαια», απάντησε εκείνη.

Έτσι, συμφωνήσανε να γίνει η συνάντηση την Κυριακή. Πρώτη πήγε στο σπίτι του θείου η ανιψιά, με όλο το θάρρος μια που το θεωρούσε σαν δικό της και σε λίγο ήρθε και το παλληκάρι.

Ήπιανε κάμποσες ρακές και κρυφά απ’ την ανιψιά τον ρωτά ο θείος.

«Πώς σου φαίνεται η κοπελιά;».

«Καλή μου φαίνεται», αποκρίθηκε ο νέος.

Με κάποιο πρόσχημα παίρνει και την ανιψιά του στην κουζίνα και τη ρωτά.

«Πώς σου φαίνεται το παλληκάρι;».

«Καλός είναι μπάρμπα».

Άλλο δεν ήθελε ο θείος, πάει στη σάλα ολόχαρος και λέει: «Ας πιούμε μια ρακή για τα καλά ξετελέματα».

Μετά από λίγο, αφήσανε τους δυο νέους μόνους και ο θείος με τη θεία πήγανε στην κουζίνα. Λέει τότε ο θεία, «Εγώ άντρα μου λέω γρήγορα να τους παντρέψομε, γιατί η ανιψιά μας είναι και μιαολιά μεγάλη, μη μετανιώσει ο γαμπρός. Είντα λες κι εσύ;». Σκέφτηκε λίγο ο θείος και πάει πάλι στη σάλα.

«Παιδιά μου, καλό θα ‘τανε να φύγετε μαζί, μα χωρίς στεφάνι δε γίνεται». Τα μάτια του γαμπρού γυαλίσανε στη σκέψη ότι θα την έπαιρνε μαζί του όλη τη νύχτα. Ο θείος που το κατάλαβε συνέχισε, «εκτός κι αν σας παντρέψομε αμέσως και φεύγετε μαζί για το σπίτι σας». «Δέχομαι λέει ο γαμπρός να γίνει απόψε ο γάμος».

Αμέσως, ο θείος στέλνει μήνυμα στον παπα-Μανώλη, να πάρει το πετραχήλι του και όλα τα χρειαζούμενα, γιατί έχομε γάμο. Τότε, οι γάμοι ως γνωστό γινόντουσαν στα σπίτια. Όμως, ήταν Κυριακή, κι ότι είχε τελειώσει ο πόλεμος. Μαγαζιά δεν υπήρχαν, κι ό,τι υπήρχε στην πόλη ήτανε κλειστό. Πού να βρεθούν στεφάνια και κουφέτα. Τότε η πρωτότοκη κόρη του θείου, χρυσοχέρα καθώς ήταν, έκοψε δυο κληματόβεργες, ένωσε τις άκρες, έκαμε δυο στεφάνια και τα στόλισε πολύ όμορφα με λεμονανθούς και άλλα λουλούδια απ’ το περιβόλι. Έτσι, έγινε ο γάμος με κουμπάρο το θείο. Αντί για κουφέτα, όλοι κεράστηκαν με καραμέλες και γλυκά που υπήρχαν στο σπίτι. Ήπιανε πάλι κάμποσες ρακές και το αντρόγυνο βλογημένο έφυγε για το σπίτι τους ολόχαρο.

«Εδά γυναίκα θα κοιμηθώ ξένοιαστος γιατί ήκαμα το καθήκον μου», εξομολογήθηκε ο θείος.

Τα χρόνια πέρασαν. Το ζευγάρι έζησε ευτυχισμένο και απέκτησε ένα παιδί, εξαιρετικό, που σήμερα είναι ένας λαμπρός επιστήμονας.

Η ιστορία μου αυτή ίσως σας φαίνεται σαν παραμύθι, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινή.