Να μην ξεχνάμε το Αρκάδι…

 

Το Αρκάδι, είναι ένα από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια της Κρήτης και βρίσκεται στο νομό Ρεθύμνης.

Κτίστηκε στους πρώτους Βυζαντινούς αιώνες, στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηράκλειου, προς τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Λέγεται ότι η Μονή, ιδρύθηκε από κάποιο μοναχό Αρκάδιο, από το όνομα του οποίου πήρε το όνομά της. Μονή του Αρκαδίου. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από την ανακάλυψη μιας παλιάς επιγραφής που βρέθηκε, όταν αναστηλωνόταν η Μονή μετά από μια καταστροφή της «Αρκάδιο κέκλημαι, ναόν δ’ έχω Κωνσταντίνου άνακτος ισαποστόλου».

Η παράδοση αναφέρει πως το κτίσιμο κράτησε 25 χρόνια. Ο ναός είναι δίκλιτος. Το ένα κλίτος είναι αφιερωμένο στη μεταμόρφωση του Σωτήρος και το άλλο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.

Όπως όλα τα Μοναστήρια, δεν ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στον καθαυτό μοναχικό βίο, αλλά εξυπηρετούσε φιλανθρωπικούς και διδακτικούς σκοπούς.

Το Μοναστήρι είχε γίνει στόχος επιδρομών και είχε καταστραφεί πολλές φορές από τους Τούρκους. Μετά από κάθε καταστροφή, το Αρκάδι κατόρθωνε να ανασυγκροτείται και να εξελίσσεται και πάλι σιγά-σιγά σε αξιόλογη θρησκευτική και εθνική εστία. Σε καιρούς πολεμικών εξεγέρσεων, έπαιρνε ενεργό μέρος. Συντηρούσε χαϊνηδες (αντάρτες), τόνωνε το εθνικό συναίσθημα, όπλιζε πολεμιστές, έκρυβε καταζητούμενους. Ήταν πραγματικά ένα λημέρι των επαναστατών. Σε καιρούς ειρηνικούς, βοηθούσε, όσο μπορούσε την παιδεία που τη θεωρούσε το στήριγμα του μέλλοντος του έθνους.

Στην ιστορία του Ελληνικού έθνους, με τους ατέλειωτους αγώνες για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, μπήκε με το ηρωικό ολοκαύτωμά του της 9-11-1866. Από τότε το όνομά του ακούστηκε σε όλο τον κόσμο και αποτέλεσε το συγκλονιστικότερο γεγονός του παράτολμου αυτού αγώνα.

Στις οκτώ του Νοέμβρη άρχισε η επίθεση. Ο Μουσταφά πασάς είχε συγκεντρώσει 15.000 άνδρες, πυροβόλα και αρκετό ιππικό. Παρά τον άνισο αγώνα οι πολιορκημένοι απέκρουσαν την επίθεση της πρώτης μέρας με αρκετές απώλειες των Τούρκων. Τη νύχτα, ο Μουσταφά πασάς μετέφερε από το Ρέθυμνο ένα μεγάλο τούρκικο πυροβόλο, την κουτσαχείλα, όπως την έλεγαν. Η θεόρατη πόρτα με τις σιδερένιες αμπάρες δεν αντέχει στα βόλια του κανονιού. Πέφτει και μαζί μ’ αυτήν και οι ελπίδες των αγωνιστών της Μονής.

Όταν είδαν οι λιγοστοί πολεμιστές ότι η αντίσταση τους είχε καμφθεί, από τις ασυγκρίτως ανώτερες δυνάμεις σε άνδρες και πολεμικά μέσα, προτίμησαν τον ένδοξο θάνατο, από τη σκλαβιά και την ταπείνωση της παράδοσης. Η στιγμή αυτή ήταν η κορυφαία στιγμή του δράματος.

«…Δεν τη βαστώ ‘γω τη σκλαβιά, στον κόσμο τον απάνω
και το ‘χω πίκρα μου να ζω, χαρά μου ν’ αποθάνω»

Ο Κωστής Γιαμπουδάκης, «Δούδει του λαγουμιού φωτιά το τέλος να το κλείσει» και ταυτόχρονα φωνάζει «αδελφοί, καλή αντάμωση εκειά πάνω…», άδειασε την πιστόλα του πάνω στα 17 μπαρουτοβάρελα. Το σύμπαν δονείται. Το Αρκάδι ανατινάσσεται από τη μεγάλη θυσία των περιφρονητών του θανάτου.

«Τρόχαλος έγιν’ η Μονή κι εσείστη ο Ψηλορείτης
κι αντιλαλούνε τα βουνά, απ’ άκρ’ ως άκρ’ η Κρήτη».

 

* Αρκάδι 1866 – Ιστορικοί τόποι της Κρήτης – Β. Χαρωνίτη – Αλεξ. Δρουδάκη.