Αθιβολές

 

«Αριστοφάνη Χουρδάκη – Εύθυμες Κρητικές Ιστορίες & Ανέκδοτα – βιβλίο τρίτο»
 

Η γριά και το χάπι

Με το τελευταίο λεωφορείο της γραμμής Ηράκλειο – Μοίρες εταξίδευε ένα βράδυ μια γριά και, μόλις εξεκινήσανε, λέει του εισπράκτορα:

-Όντε θα περνούμε, παιδί μου, στην Αγία Βαρβάρα, να μου το πεις.

Αλλά ο εισπράκτορας το ξέχασε και όταν εφτάξανε στις Μοίρες, βλέπει τη γριά να κάθεται στο τελευταίο κάθισμα να κοιμάται. Και ήτανε κακός ο καιρός με βροχή και κρύο.

Λέει ο εισπράκτορας του οδηγού:

- Είντα θα γενεί εδά ετουτηνέ η γρα νύχτα και με τέθοιο καιρό. Άντε να τηνε γυρίσομε στην Αγία Βαρβάρα.

Και γυρίζουνε στην Αγία Βαρβάρα και κάνουνε στροφή στην πλατεία και τη ξυπνούνε και τση λένε:

- Εφτάξαμε θεια στην Αγία Βαρβάρα.

- Να ‘σαι παιδί μου καλά. Γιατί ο γιός μου, όντεν ήφευγα από το Ηράκλειο, μου παράγγερνε: «Όντε θα περνάς, μάνα, στην Αγία Βαρβάρα, να πιεις το χάπι σου.

 

Νάκλια

 

«Μιχάλη Ε. Χουρδάκη – Τα Διάφορα του Νίσπιτα – τόμος Β΄»

Οι «φίλοι»

Δυο φίλοι επερνούσανε το δάσο και μιαν κοπανιά επαίξανε κούτελο με μιαν αρκούδα. Επρόκαμε ο γεις κι εσκαρφάλωσε σ’ ένα δεντρό, ο άλλος όμως που ήτονε γέρος κι ανήμπορος να σκαρφαλώσει ήπεσε χάμαι κι ήκανε τον ποθαμένο. Επήγε η αρκούδα κοντά στο γέρο, τον ήγλειψε μια στάξη, τον εμύρισε κι απόη ήφυγε.

Σαν επέρασε ο κίντυνος, εκατέβηκε από το δεντρό ο φίλος κι ερώτηξε το γέρο, είντα του ‘πε η αρκούδα στ’ αυτί.

- Είπε μου, κάνει ο άλλος, να μη σε ξανακάνω παρέα γιατί όντε κιντυνεύω, εσύ την κοπανίζεις.