Με βάρσαμο κι αρισμαρή – μαντιναδολόγοι

 

 

Μανώλης Καλομοίρης (Λιόντας)

Απ’ όντεν εχωρίσαμε βιόλα μου μυρισμένη,
αρά και πού χαμόγελο στ’ αχείλι μου προβαίνει.

Να ‘χε μ-πουλιέται ο έρωντας ‘θελα τονε πουλήσω,
να φυτευτεί κλαδί κλαδί τον κόσμο να γεμίσω.

Ο ήλιος βγαίνει το πρωί, το βράδυ βασιλεύγει,
ετσά κι η ψεύτρα η ζωή που ‘ρχεται και μισεύγει.

Όντε θα ‘ρθούνε οι γερανοί, πουλί μου αγαπημένο,
όσο κι α βρίσκεσαι μακριά μαντάτα περιμένω.

 

Γιώργης Σταυρακάκης

Ποτέ σου να μη ξαναβγείς ήλιε μου δε με γνοιάζει
εγώ ‘χω την αγάπη μου κι όπου προβάλλει λιάζει.

Δεν την αφήνω την πληγή που μ’ άνοιξες να γιάνει
γιατί ‘ναι το μοναδικό δώρο που μου ‘χεις κάνει.

Πάντα θλιμμένη χαραυγή για μένα ξημερώνει
γιατί την ώρα που ξυπνώ κάθε χαρά τελειώνει.

 

Αντώνης Σεμερτζάκης

Ποτέ μην κυνηγάς πουλιά που δεν μπορείς να πιάσεις
μαζί με την υπομονή την ώρα σου θα χάσεις.

Αν σε λατρέψω κοπελιά και εκκλησά σου χτίσω
ύστερα πρέπει το Θεό να τον εγκαταλείψω.

Οντέ σκεφτώ τη μάνα μου και τα γλυκά φιλιά τζης
γίνομαι πάλι ενούς χρονού κοπέλι στην ποδιά τζης. 

Καρδιά μου καπετάνισσα ανταρτομάνας γέννα
μήτε τσ’ αγάπης το σπαθί δε σου βαρίσκει εσένα.

Όλη τη γης εγύρισα και πότισα τη δάκρυ
μα πουθενά δεν έβρηκα τση ξενιθιάς την άκρη.

Πολλά τα χαιρετίσματα απού χρωστώ στην Κρήτη
και κάθε βράδυ όνειρο θωρώ τον Ψηλορείτη.