Το σφάνταγμα

Γράφει η Αντωνία Μηλογιαννάκη*

(συνέχεια από το προηγούμενο)

 

Ξέπνογος, μεσοκούζουλος, λείψανο γινωμένος

άγνωρος, ολοσούρωτος, μιλεί ξεγλωσσισμένος.

«Αερικά γιουργάρανε στο πέρα δρομαλάκι

την ώρ’ απού εδιάβαινα ο καψερός το ρυάκι.

Τρεις ασκιανιοί θαν ήτονε, μπορεί και παραπάνω

κι ένα νερό μου δώσετε γιατί τον κόσμο χάνω».

Απείς του βάλαν δυο ρακές κι εστέλιωσε μια στάξη

λένε ντου «δα γροικούμε σου, ποιος τρέχει να σ’ αρπάξει;»

«Στραθειά ‘χα ο μαυροσκότεινος κι ήμουνε παωμένος

στ’ όξω χωριό κι εξάργησα απού κι ο πλια αντρειωμένος

δειλιά τη στράτα τση νυχθιάς και λαχτουκιά η καρδιά ντου».

«Εκειά στο ρυάκι ζάβαλε λένε πως κατοικούνε

σφαντάματα κι όποιος περνά νύχτα του γιουρουντούνε».

«Διάλε την τρίχα ‘που ‘θελε να μ’ άψετε καντήλι

γιατ’ η ψυχή μου στάθηκε του καψερού στα χείλη.

Σαν το λαγό ‘π οντέ γροικά τσάχαλο τρουλαφχιάζει

ο νούς μου στ’ αστραπόβροντο ξεμπάρκαρε κι αδειάζει.

Πόδια μου βοηθάτε μου κι εδά σας έχω χρεία

πρι να μου πέψου ντα μιαρά το νου μου σ’ εξορία».

Κακό και κακοντόπαθα απηλογούνται οι γι-άλλοι

και ποιος τη νύχτα ανέγνοιαστα το δρόμ’ ομπρός θα βάλει.

Άγκριγιοι τόποι ζάβαλε τι θες και τι γυρεύγεις

δαιμονικά τ’ ορίζουνε καλλιά να τσ’ αποφεύγεις.

Απού τσ’ αλλοτινούς καιρούς τα λέγαν οι γερόντοι

περίττου να ν’ ετσέ καιρός κι αυτό τ’ αστραποβρόντι.

Τα νυχτογέννητα στοιχειά παίρνου ντο νου τ’ αθρώπου

και τονέ γεματίζουνε στ’ αφώτιστα του τόπου.

(συνέχεια στο επόμενο)

 

*ολοσούρωτος=μούσκεμα, γιουργάρανε=εφάνηκαν κι επιτέθηκαν, εστέλιωσε=δυνάμωσε, λαχτουκιά=τρομάζει και χτυπά δυνατά, τσάχαλο=μικρό θόρυβο, τρουλαφχιάζει=τεντώνει τ’ αυτιά του, χρεία=ανάγκη, μιαρά=άγρια ζώα, γεματίζουνε=τρώνε γεύμα.