![]() |
||
|
Επίσκεψη στη Σπιναλόγκα
Γράφει η Ιωάννα Κατροτζανή – Στεφάνου (συνέχεια από το προηγούμενο)
Το πρώτο πράγμα που αντικρίζει κανείς στη Σπιναλόγκα είναι το Ενετικό φρούριο – κάστρο με τη φανταστική κύρια είσοδο που στηρίζεται σε δυο πελώριες κολόνες από 12 λαξευμένες στρογγυλές πέτρες, σαν μυλόπετρες καθεμιά, ενώ στην κορυφή της υπάρχει δυσανάγνωστη ενετική επιγραφή. Πίσω απ’ αυτήν ένα τούνελ σκοτεινό σαν να περνάς την είσοδο του Άδη. Αντιπροσωπευτική και η επιγραφή του Νίκου Καζαντζάκη που μετέφρασε αυτά που είδε ο Δάντης στην είσοδο της Κόλασης. «Εγώ οδηγώ προς τη θλιμμένη χώρα Εγώ οδηγώ προς τον απέραντο πόνο Εγώ οδηγώ προς τις ψυχές τις κολασμένες Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε». Με το χάρτη στα χέρια μου έκανα το γύρο του νησιού που δεν ξεπερνά το χιλιόμετρο. Πάντα μπροστά μου το Ενετικό Κάστρο, έργο άξιο θαυμασμού, κτισμένο με τον κόπο και τον ιδρώτα των κατοίκων της Ελούντας και της Πλάκας, σύμφωνα με την Ενετική αρχιτεκτονική της εποχής, με τις πολεμίστρες και τα κανόνια στραμμένα στο πέλαγος, φόβος και τρόμος για όποιον ανεπιθύμητο τολμούσε να πλησιάσει. Με τείχη ψηλά, κολλημένα στους απότομους βράχους, το κάστρο ήταν ο Κέρβερος – φύλακας του κόλπου, κι ένα πραγματικό στολίδι βενετσιάνικης τέχνης και τεχνικής. Όμως, οι Ενετοί δεν αρκέστηκαν μόνο σ’ αυτό το έργο. Εξίσου θαυμαστό το υδραγωγείο τους, όπου συγκέντρωναν το νερό της βροχής το χειμώνα, για να το έχουν την άνυδρη περίοδο του καλοκαιριού. Με το τέλος της Ενετοκρατίας, αρχίζει η περίοδος της Τουρκοκρατίας για το νησί που οι Τούρκοι με δόλο απέσπασαν από τους Ενετούς. Το ντεκόρ αλλάζει εντελώς. Μικρά σπιτάκια ανατολίτικου ρυθμού, ερειπωμένα και μισογκρεμισμένα σήμερα, που τότε όμως στέγασαν πολλές τούρκικες οικογένειες. Εκεί στο προστατευμένο περιβάλλον του νησιού ζούσαν σαν αγάδες και δεν θα ‘φευγαν με κανένα τρόπο αν ο μεγάλος μας πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος δεν είχε την ευφυή ιδέα να μεταφέρει τους λεπρούς της Κρήτης από το λεπροχώρι, Μεσκηνιά του Ηρακλείου, εδώ στη Σπιναλόγκα το 1903. Φοβούμενοι τότε οι Τούρκοι μήπως κολλήσουν την επάρατη νόσο, έφυγαν άρον – άρον. Έτσι τελειώνει η τούρκικη περίοδος και αρχίζει η περίοδος των λεπρών για το νησί. Οι λεπροί οργανώνουν τη μικρή τους κοινωνία και τη ζωή τους με καταπληκτικό τρόπο. Τα πάντα λειτουργούν σαν καλοκουρντισμένο ρολόι, οι φούρνοι, τα καφενεία, το σχολείο, ο χώρος ψυχαγωγίας με προβολή ταινιών, η υπηρεσία απολύμανσης, το πλυσταριό, χώρος με πέτρινες γούρνες για το πλύσιμο των ρούχων. Ακόμη εκδίδουν εφημερίδα και διαθέτουν άριστα εξοπλισμένο Νοσοκομείο στην κορυφή του νησιού. Περπατώντας, βρέθηκα στο νεκροταφείο τους. Εκεί ράγισε η καρδιά μου. Σ’ ένα πλάτεμα, στοιβαγμένες η μια δίπλα στην άλλη σε μια γραμμή οι ταφόπλακες, χωρίς σταυρό, χωρίς ούτε ένα όνομα. Μια ψυχρή ανωνυμία. Ανωνυμία εσκεμμένη για να προστατεύσουν τους συγγενείς που είχαν μείνει πίσω, από τον κοινωνικό στιγματισμό, για να μην τους βαρύνει η κακιά κληρονομιά ότι κατάγονται από σόϊ λεπρών. Στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα άναψα ένα κερί και γονάτισα να παρακαλέσω τον Άγιο για όλους αυτούς τους βασανισμένους ανθρώπους που πέθαναν και τάφηκαν εδώ χωρίς όνομα, χωρίς σταυρό. Απόγευμα πια γύρισα πίσω στην Πλάκα συγκινησιακά φορτισμένη απ’ όλα όσα είδα και άκουσα μα και ικανοποιημένη που ένα παιδικό μου όνειρο πραγματοποιήθηκε. Τώρα πια ήξερα πως καμία σχέση δεν είχε η κοιλάδα των περιπλανώμενων λεπρών της Παλαιάς Διαθήκης με τη Σπιναλόγκα, που αποτέλεσε ένα πρότυπο κοινωνίας με αξιοζήλευτη οργάνωση, με ανθρώπους που κατάφεραν να υπερβούν τον πόνο και τη δυστυχία τους και να αφήσουν το δικό τους πολιτιστικό στίγμα.
|
|