![]() |
||
|
Ο Κωνσταντής Γράφει ο Γιώργος Ψαρολογάκης (συνέχεια από το προηγούμενο) Και ήρθε ο καιρός να πάει φαντάρος ο Κωνσταντής και η παρέα του. Ήτανε έθιμο στο χωριό, όταν καλούσανε μια κλάση στο στρατό, αυτοί που έφευγαν φαντάροι, και ήταν αρκετοί γιατί τότε οι άνθρωποι έκαναν πολλά παιδιά, για να αποχαιρετίσουν το χωριό, όπως λένε, γλεντοκοπούσαν μια βδομάδα. Με μαντολίνο ή βιολί ή και τα δυο μαζί, γυρνούσαν πόρτα – πόρτα το χωριό κι όλοι άνοιγαν τις πόρτες τους να τους κεράσουν και οι πιο «δικοί» σφάζανε πετεινούς τους βράζανε και γινότανε μεγάλο γλέντι. Δεν έμενε πετεινός για πετεινός στα κοτέτσια. Όλοι έπεφταν «ενδόξως» στο «πεδίο» του αποχαιρετισμού. Όπου κι αν σταματούσαν να παίξουν το μαντολίνο, οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα να τους υποδεχτούν με τη μπουκάλα της ρακής και τα ποτήρια στο δίσκο. Η μαντινάδα που επαναλαμβανότανε ξανά και ξανά ήταν:
«Εδά στον αποχαιρετισμό και στο ξεχώρισμά μας Ένα μόνο σπίτι δεν άνοιξε ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο κι ας περάσανε απ’ έξω δέκα φορές. Το σπίτι του «στριμμένου άντερου». Αλλά τι περιμένει κανείς από ένα στριμμένο άντερο! Ο Κωνσταντής παράγγειλε της Ελένης πως ήθελε να τη δει για να την αποχαιρετίσει και κανονίσανε να βρεθούνε στο σπίτι της ξαδέρφης της, της Φωτεινής. Αγκαλιαστήκανε κι εκλαίγανε ώρα πολλή. Στο τέλος ο Κωνσταντής της λέει. «Ελένη, ένα πράμα μόνο σου ζητώ. Να με περιμένεις μέχρι να γιαγείρω από το στρατό. Μόλις απολυθώ θα ‘ρθω στον πατέρα σου να σε γυρέψω. Αν δε σε δώσει θα σε πάρω να φύγομε. Είντα λές;». Με φωνή που σιγοτρέμει η Ελένη του είπε. «Και μια ζωή να χρειαστεί εγώ θα σε περιμένω. Δεν πιστεύω πως ο κύρης μου θα δεχτεί να μας παντρέψει, μα δεν με νοιάζει. Εγώ και στο θάνατο θα σ’ ακλουθώ Κωνσταντή μου μόνο να πας στο καλό και να μην έχεις έγνοια». Συμφώνησαν να της στέλνει γράμματα με την μικρή του αδερφή κι αυτή θα τα δίνει της Φωτεινής να της τα δίνει. Έτσι αποχαιρετιστήκανε με δάκρυα στα μάτια και με όρκους αιώνιας αγάπης. Την άλλη μέρα το πρωί – πρωί έφυγε ο Κωνσταντής με την παρέα του και όλους τους κληρωτούς της σειράς για τη Χώρα, με την καρδιά του γεμάτη αγάπη για την Ελένη, μα κι αγωνία για το τι θα γίνει τώρα που θα φύγει και θα λείπει τόσο καιρό. Άραγε θα συνεχίσει να τον αγαπά; Κι αν την πιέσει ο πατέρας της να παντρευτεί κανένα άλλο; Θα μπορέσει ν’ αντισταθεί ή θα τη χάσει; Μ’ αυτά τα ερωτηματικά να τον βασανίζουνε, θα ήτανε πια μεσημέρι όταν έφτασε στη Χώρα το φορτηγό που τους πήρε από το χωριό. Ολοσκόνιστοι, κατακουρασμένοι και ξεθεωμένοι από την πείνα, από το καταχτύπημα που φάγανε στον καρόδρομο, μα και ξαφνιασμένοι μ’ αυτά που έβλεπαν τα μάτια τους, φτάνοντας, για πρώτη φορά, στη Χώρα. Ψηλά κτίρια, αυτοκίνητα, κάρα φορτωμένα βαρέλια με λάδι ή τσουβάλια με σταφίδα, που τα έσερναν κάτι μεγάλα άλογα «ουγκαρέζες» τα λέγανε, με τεράστια πόδια που χτυπούσαν ρυθμικά τα πέταλα τους στο δρόμο, κατηφόριζαν για το λιμάνι. Εκεί να ‘σουν να τους έβλεπες από μια μεριά πως έκαναν όταν αντίκρισαν, πρώτη φορά στη ζωή τους, το καράβι που το βράδυ θα τους έπαιρνε μαζί του για το μεγάλο λιμάνι, τον Πειραιά. Στο λιμάνι ρώτησαν και τους έδειξαν που ήταν το λιμεναρχείο. Ρώτησαν πότε φεύγει το καράβι και πως θα έμπαιναν μέσα για να ταξιδέψουν. Τους είπαν πως το καράβι φεύγει στις έξι το βράδυ και αφού πάνε φαντάροι δεν χρειάζονταν εισιτήριο, φτάνει να δείξουν το φύλλο πορείας που τους είχαν δώσει από το σταθμό χωροφυλακής στο χωριό. Αφού πήραν τις πληροφορίες που ήθελαν, λένε. «Δεν πάμε μωρέ να φάμε πράμα να περάσει κι η ώρα μέχρι να ξανακατεβούμε στο λιμάνι;». Ρώτησαν και τους είπαν που μπορούν να φάνε. Πήγαν στην αγορά σε κάτι στενάκια που είχαν δεξιά κι αριστερά κάτι μικρά ταβερνάκια, «γρουσουζάδικα» τα λέγανε. Ήρθε ο σερβιτόρος, παραγγείλανε ό,τι ήθελε ο κάθε ένας και κόκκινο κρασί. Φάγανε τσουγκρίσανε τα ποτήρια. «Άντε, καλό στρατιωτικό. Εις υγεία των φαντάρων, να χαιρόμαστε ότι αγαπούμε». Ήπιανε και φάγανε του σκασμού. Το βράδυ όμως στο καράβι, αναθεματίζανε την ώρα και τη στιγμή που τρωγοπίνανε. Όλα τα άδειασαν στην θάλασσα. Άντερο δεν τους έμεινε, από το κούνημα που έκανε το βαπόρι. Αμάθητοι όπως ήταν από θάλασσες, μόλις το καράβι πέρασε το νησί Δίας, άρχισαν να ξερνοβολούνε μέχρι που τους πήρε ο ύπνος από την εξάντληση και τη ζάλη (συνέχεια στο επόμενο) |
|