Είντα διάολο δα γενούμε…

 

Γράφει ο Χαράλαμπος Βουτυράκης
 Μέλος της Ένωσης Συντακτών  Κρητικού τύπου 

 

Ετσ’ απού λες σύντεκνε. Τα μέτρα τση κυβέρνησης πέφτουνε ωσάν το χαλάζι. Κι ο ήλιος δε λέει να ξεμουρίσει. Εποκώλωσε δίχως γιαγερμό. Τον ήλιο τον κομματικό τονε βάλανε σε μόνιμη, ολική έκλειψη. Τον ήλιο τον πραγματικό, τον Ελληνικό, τονε πουλήσανε στσι Γερμανούς να δουλεύγει απού το πρωί ίσαμε το βράδυ για να τωσε βγάνει ηλεκτρικό ρεύμα επειδής δεν τσι φτάνουνε τα εργοστάσια ντως ν’ άφτουνε τσι λάμπες, μπας και ξεστραβωθούνε. Ετουλόγου μας, απού είμαστανε λαός ενός κατώτερου θεού δα ν’ άφτωμε λύχνους. Την όξω πόρτα τση κρίσης δεν τηνε θωρώ. Εξόδιο ακολουθία θωρώ για τουλόγου μας με τα μέτρα που μασε παίρνουνε και τα μυαλά που κουβαλιούνε οι αρχηγοί μας. Μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν η φτώχεια κι η βαρβαρότητα. Οι τηλεόρασες και τα ράδια μασε πνίγουνε κάθα μέρα στα κουράδια τση διαφθοράς. Εντεροσπάσανε μας, κακό χρόνο να ‘χουνε.

Κατέχεις σύντεκνε πιο είναι το χειρότερο απ’ όλα; Ότι ετούτηνιε την τρομάρα και την κακομοιριά πάμε να τηνε συνηθίσομε. Είντα διάολο δα γενούμε; Εξεδιάλυνα μπάρε μου πως άλλη είναι η φτώχεια τση πείνας και τση κακομοιριάς και άλλη η φτώχεια απού με κάνουνε να θαρρώ πως έχω, γιατί δεν είμαι ωσάν τσι πλούσους τση τηλεόρασης οι ρουφιάνοι των τραπεζώ. Η φτώχεια και η κακομοιριά, ψυχανεμίζομαι, πως είναι πια πολύ στο μυαλό μου παρά στο στομάχι μου για την ώρα. Δε γ-κατέχω για παρά ύστερα. Τα πια παλιά χρόνια ήμουνε ευτυχισμένος γιατί δεν με μπομπαρδίζανε τα μίντια όλη την ώρα με άχρηστα πράματα απού δεν είχα και δεν εμπόρουνε ν’ αγοράσω. Βασιλιάς ήμουνε. Εδά ομπρός στα μαϊμούνια τση τηλεόρασης θαρρώ πως είμαι ζήτουλας. Νά είντα παραδείγματα μασε δίδει η κακότυχη δημοκρατία τση πατρίδας μας κι εμείς οι χάφτες τα χάφτομε. Οι θυσίες μας, σύντεκνε δε δα μας επείραζε αν εμοιράζοντανε τα βάρη ίσα σε όλους. Το άδικο φόρτωμα μόνο εμάς τω γαϊδάρω  μασε κάνει και αγαναχτούμε. Λάθος μασε συργουλεύγουνε κι οι αρχηγοί μας.

Δε μεγαλώνει μπλιό το αναθεματισμένο ΑΕΠ, όϊ μόνο σε μας, μα σ’ όλο τον κόσμο. Είντα μασε ζορίζουνε να το μεγαλώσομε; Ελιγόστεψε το φαί κι επληθύνανε τα στόματα. Είναι τρέλα, γη αξάργου το κάνουνε, να μασε βάνουνε να γλακούμε ωσάν τσι παλαβούς και να κοπιάζομε με την ψυχή στο στόμα για ν’ αυξήσομε το ΑΕΠ και την ανταγωνιστικότητα. Τ’ άντερά ντως τα χυμένα. Εβάλανε μας το τζένιο εκειά απού κατέχεις σύντεκνε και γλακούμε να κερδίσομε τη ζωή μας κι αντίς να τηνε κερδίζομε, απού το πολύ γλάκι τηνε χάνομε. Δεν είναι ζωή ετούτηνιε απού κάνομε, μηδ’ εκεινιά απού μας ετοιμάζει η Μέρκελ. Ανατολίτες σύντεκνε δεν είμαστε, Ευρωπαίοι δεν είμαστε, είντα διάολο είμαστε; Μπα να πρέπει να το βρούμε για να δούμε πώς δα ζήσομε; Εμάθανε μας αξάργου να τρώμε τον αγλέορα δίχως να ‘ναι ανάγκη. Εμάθανε μας ν’ αγοράζομε άχρηστα πράματα, τάχα μου για μια καλύτερη ζωή μα θαρρώ πως οι πια πολλές μας ανάγκες είναι κάλπικες. Ανέ τσι ξεχωρίσομε, δα να ‘χομε χρόνο για να χαρούμε μιαολιά. Οντέν έχομε τα αναγκαία και δε γυρεύγομε τα περίσσα, είμαστε πια ευτυχισμένοι. Και κάτεχε το σύντεκνε, πρέπει να γράψομε τσι αγορές στα παλιά μας υποδήματα και να τωσε πούμε: Αστιχτίρ, δε μεγαλώνομε ρε ούτε το ΑΕΠ, ούτε την ανταγωνιστικότητα. Δε δουλεύγομε παραπάνω από όσο χρειάζεται να ζήσομε. Δα σκάσουνε οι αγορές. Μόνο που δεν μπορούμε να τηνε κάμομε αμοναχοί μας ετούτηνια τη λαχτάρα στσ’ αγορές. Πρέπει να συμπαίνουνε κι οι αρχηγοί μας, αν έχουνε τσαγανό, για να μην πω πράμα άλλο, Θε μου συχώρεσε με. Ανε συνεχίσουνε το βιολί ντως δηλαδής να μασε ποθάνουνε για να ικανοποιήσομε τσι δανειστές μας κι ύστερα να ξαναζήσομε όπως παραμπροστά, μαύρο φίδι που μας ήφαε ετουλόγου μας και τα κοπέλια και τ’ αγγόνια μας. Είδαμε τα χαέργια μας και παραμπροστά.

Να μασε μάθουνε να σάζομε λιγότερα και πια γερά ρούχα κι όϊ να τα φέρνομε από τη Λόντρα και το Παρίσι. Τα φαγιά μας να τα σάζομε με ελληνικά υλικά κι όϊ να τρώμε λαχανάκια Βρυξελών. Να σάζομε αυτοκίνητα, συσκευές και άλλα μηχανήματα απού μπορεί να μην είναι ντιζαϊνάτα αλλά γερά, να κρατούνε μια ζωή και να μη χαλούνε συνέχεια όπως εδά. Ετσά δα μασε πομείνει χρόνος να χαρούμε, να γλεντήσομε, να μορφώσομε τα κοπέλια μας με τσι αρχές του πολιτισμού μας, του αρχαιότερου στην Ευρώπη, μα και με τα χούγια μας, κι όϊ με τα χούγια τση παγκοσμιοποίησης. Να ζήσομε κι όϊ να γλακούμε με τη γλώσσα όξω για να βγάνομε δυστυχισμένα λεφτά. Εδά μπλιό σύντεκνε, σ’ όλο το ντουνιά το πήρανε χαμπάρι πώς οι αγορές μασε δουλεύγουνε για να τρώνε τον κόπο μας. Κατέχουνε μπλιό πως λιγότερη παραγωγή δα πει καλύτερη ζωή για τον αργάτη και πια λίγα λεφτά για τσ’ απατούς τως. Δε χρειάζεται λοιπόν να σάζομε συνέχεια πια πολλά και άχρηστα πράματα. Χρειάζεται να σάζομε πια λίγα, μα χρήσιμα και με άλλο τρόπο. Να μη μασε κάνουνε τα πολλά φτωχούς, μόνο τα λίγα πλούσους. Η φτώχεια σύντεκνε, τη σήμερον ημέρα, είναι σχετική είπαμε γιατί. Πρέπει να καταλάβομε πως δεν είμαστε, ούτε δα γενούμε, ούτε θέλομε να γενούμε Γερμανοί γή Δανέζοι απού θέλουνε να μασε κάμουνε, αλλά να πομείνομε Έλληνες. Πρέπει να καταλάβομε πως μας εμάθανε λάθος τρόπο να ζούμε. Μόνο ετσά δα βρούμε τη λύση πως δα βγούμε από την κρίση απού μας εβάλανε δίχως να το καταλάβομε. Κι άμα βγούμε, να σάζομε τα χρειαζούμενα αμοναχοί μας, χωρίς να καταστρέφομε τη φύση απού ‘ναι το σπίτι μας και να καταναλώνομε τα αναγκαία. Ετουλόγου μας σύντεκνε το χάσαμε το παιγνίδι, μα να δώσομε μιαν ευκαιρία στα κοπέλια μας να ευτυχήσουνε. Να τα μάθομε να δουλεύγουνε πια λίγο, να παράγουνε πια λίγα, να καταναλώνουνε πια λίγα, να ‘χουνε πια πολύ χρόνο και να ζούνε καλύτερη ζωή. Ετσά δε δα φτωχύνομε, δα βγούμε απού την κρίση και δε δα ξαναμπούμε σε καινούργια.