Το λύχνο ήθελα ν’ ανάψω

 

Γράφει η Ευγενία Μηλάκη – Στεφανάκη

 

- Είντα ‘χεις μωρέ αδικοσκοτωμένε και κάνεις τοσηνιά τραβάγια;

- Το λύχνο ήθελα μπρε ν’ ανάψω.

Μια ατάκα από το τελευταίο έργο μας «Καλησπερίζω το στενό», ατάκα του Στελιανού, Γιώργη Ψαρολογάκη, στην Ανεζήνα, αφεντιά μου. Τι ήθελα να θυμηθώ… να το θέμα!

Ο λύχνος, το ευλογημένο βγόδομα* που έλεγε η γιαγιά μου που στα παιδικά μου χρόνια, στα μερόνυχτα της ζωής μου, ήταν σημείο αναφοράς. Εκεί στα στοιβαγμένα σπίτια του χωριού μου το αχνόφεγγο φως του λυχναριού πιο πολύ το φανταζόσουν παρά το έβλεπες όταν ερχόσουν αγνάντια το σούρουπο, όταν ο ήλιος έγερνε γλυκά πίσω από τα γυμνά και σταχτόγκριζα βουνά που το περιτριγύριζαν.

Τα πέτρινα λυχνάρια τα βλέπουμε σήμερα σε προθήκες των μουσείων από τα πιο απλά έως πολύ περίτεχνα και πλουμισμένα έργα τέχνης της εποχής που δείχνουν πόσο χρήσιμα ήταν στη ζωή του ανθρώπου.

Την εποχή που ήμουν μικρή στο χωριό μου, γιατί σε άλλα μέρη υπήρχε τότε ο ηλεκτρισμός, οι λύχνοι ήταν τενεκεδένιοι ή μπακιρένιοι και ανάλογα πολύ ή λίγο ξομπλιασμένοι.

Το στρογγυλό σχήμα του λύχνου, έδωσε και την ονομασία στα καλιτσούνια, λυχναράκια. Ο λύχνος είχε ένα κρεμαστάρι από το ίδιο υλικό, τσίγκο ή μπακίρι και που μ’ αυτό κρεμόταν συνήθως κοντά στην παραστιά που γινόταν η λάτρα του φαγητού.

Ο λύχνος επίσης κρεμόταν στο λυχνοστάτη ή καντηλιέρη που χρησίμευε να είναι κοντά στην κεντήστρα, στην πλέκτρα στις βεγγέρες και αποσπερίδες που το φως ήταν απαραίτητο σ’ όλο το χώρο. Ο καντηλιέρης ήταν από ξύλο πολύ ψηλό με βάση για να στηρίζεται και πολλές τρύπες για να ανεβοκατεβαίνει ο λύχνος ανάλογα με την περίσταση.

«Ολημερίς κι ολονυχτίς (ο καντηλιέρης) με το ‘να πόδι στέκει».

Πολλές φορές ο καντηλιέρης ήταν έργο τέχνης πολυπλουμισμένος, γιατί ήταν αναπόσπαστο κομμάτι, έπιπλο του σπιτιού και άλλαζε θέση ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας για φως. Το λάδι του λύχνου έπρεπε να ήταν καθαρό για να ανάβει καλά και να μη μυρίζει. Το φυτίλι ήταν από βαμβάκι και όταν δεν υπήρχε, λουρίδα από καθαρό λευκό πανί. «Σιδερένια η κοιλιά του, μπαμπακένια τ’ άντερά του».

Οι λύχνοι, όταν το φως έπρεπε να είναι δυνατό σε καφενεία, σε φάμπρικες ή σε μεγάλες αποσπερίδες που φτιάχνανε γλυκά ή ψωμιά για γάμους, γινότανε τρίφτυλοι ή τετράφτυλοι και έτσι αβγάτιζε το φως. Έτσι κι αλλιώς, το λάδι ήταν το μόνο που είχαμε σε αφθονία. Μέσα στο λύχνο, στην άκρη, ήταν ένα ξύλο πολύ σκληρό το ξεπασουλιστήρι, απαραίτητο για να βγάζουν την καρβουνίδα και να δυναμώνει το φως.

«Μα στην ομπρός μερά κρατεί ο λύχνος και το φτίλι και από πίσω του κλουθά το ξεπασουλιστήρι».

Όταν τέλειωνε το λάδι έκανε ένα χαρακτηριστικό θόρυβο, ετσιτσίριζε και έτσι του βάζανε πάλι.

- Έφαγε ο λύχνος το λάδι.

Σε πολλά διηγήματα ή και σε εικόνες στη ζωγραφική ο λύχνος έχει περίοπτη θέση.

Στο φως του λύχνου, τα παιδιά προσπαθούσαν, εκείνα τα χρόνια, να μάθουν γραφή και ανάγνωση. Στο φως του λύχνου ακούσαμε τα πρώτα μας παραμύθια από τη γιαγιά και τον παππού, αλλά και με το φως του γαλουχηθήκαμε σε όλες τις έγνοιες της οικογένειας. Τα λόγια της γιαγιάς μου ας είναι ένας γλυκός επίλογος για το ευλογημένο βγόδομα.

«Το λαδάκι του λύχνου παιδί μου κάνει καλό στον κάθε αρρωστάρη».

 

*βγόδομα=επαγγελματικό ή οικιακό εργαλείο