ΑΓΑΝΑΧΤΙΣΜΕΝΟΣ

Γράφει ο Χαράλαμπος Βουτυράκης, Μέλος της Ένωσης Συντακτών  Κρητικού τύπου 

                                                         

Στο χωργιό είναι πεσμένη  μια μουγκαμάρα. Το χτύπησε κατακούτελα η κρίση. 

Πούρι κι οι πετεινοί δεν εχτελούνε τα καθήκοντα  ντως κι επέσανε σε κατάθλιψη οι όρνιθες. Καλοκαιρινό ’ναι το πρωινό με την δροσά  ντου. Δεν ήπιασε ακόμη η κάψα. Πορπατώ στο στενό σοκάκι, με το καλντερίμι  και  καλημερίζω δεξά ζερβά τσι χωργιανούς  απού θωρώ. Πρωτού την κρίση, την καλημέρα μου τηνε λέγανε όλοι κι ολόκληρη. Επείραζε κι ο γ- εις τον άλλο. Εδά μπλιό το «καλή» δεν το λένε. Σκέτο  «μέρα…» κι’ αυτό με το ζόρε, επειδή το κατέχομε όλοι πως είναι μέρα.  Όντεν εποκώλωνα το σπίτι του Στελιανού, επήρε η άκρα του ματιού μου τον σπιτονοικοκύρη να κάθεται στην αυλή. Ξανοίγω καλά κι’ είντα θωρώ; Εκάθουντονε τσίτσιδος, μόνο με το σώβρακο. Επόμεινα με την μπούκα ανοιχτή. «Στελιανέ, του φωνιάζω, εκουζουλάθηκες, μαθές, και βγαίνεις με τα σώβρακα απού το σπίτι; Να ξεγιβεντιστείς  θες, διάλε τσ’  απολειμάρους σου!». «Εσύ μου ‘λειπες εδά, μου αποκρίνεται, δε με φτάνουνε τ’ άλλα μου βάσανα το σώβρακο σε μάρανε. Πέ μπάρε μου, μια γ-καλημέρα». «Καλημέρα, μα γιάντα  εγδύθηκες;». «Δεν εγδύθηκα, άλλοι με βγάλανε απού τα ρούχα μου. Δεν είναι το ίδιο πράμα. Πώς να σου το πώ εγανάχτησα, με τσι αγιογδύτες. Πώς μας εκαταντήσανε μωρέ ετσά; Σε μιάολιά γ-καιρό δα γλακούμε όλοι στον ψυχίατρο, ανέ βρούμε βέβαια λεφτά να τονέ  πληρώσομε.  Ώφου κι’ είντα δα γενούμε; Να μασε  πάρουνε θέλει και τα σώβρακα, οι ευρωφονιάδες». «Στελιανέ, θαρρώ πως είσαι όξω φρενών, ξάνοιξε να μη σε πιάσει κιανείς κόλπος. Κάνε υπομονή να σώσομε την πατρίδα, γιατί άμα ποθάνομε γή κουζουλαθούμε, ποιος δα τηνε σώσει την κακομοίρα;». Ποιος είδε το θεό και δεν τον εφοβήθηκε;  «Σκάσε», μου λέει με μάτια γουρλωμένα. «Είντα δα πεί υπομονή και ξεϋπομονή, επαέ  είναι τα ύστερα του κόσμου. Οψές την ταχυνή επήγα στην εκκλησία ν’ ανάψω ένα γ-κέρι και ήκουσα τη θειά μου το Μαρούλι, να παρακαλεί την Παναγία. «Παναγία μου βοήθησε μας, και φώτησε τσι σωτήρες μας να μη μασε σώσουνε,  γιατί κάθε φορά που ντακέρνουνε να μασε σώνουνε μασε χαντακώνουνε». «Στελιανέ μου, δεν είναι δα και τοσονά άσκημα τα πράμματα», τονε παγουδιάζω. Μπα… αυτός γίνεται  ταύρος κι’ απού τα νεύρα ντου βγάνει αφρούς. «Κακομοίρη μου, εσύ ‘σαι βαθιά νυχτωμένος. Δε γροικάς τσι σαχλαμάρες απου λένε στσι τηλεόρασες, οι δημοσιογράφοι , ασερνικοθήλυκα ζευγάργια ; Oι ασερνικοί παριστάνουν τσι  σοφούς κι’ οι θηλυκοί σκληρίζουνε, γή χαχανίζουνε, γη κάθουνται μόνο στην καθέκλα και πυρώνουνε τ’ αβγά. Ότι και να κάνουνε, ανταχαζίρι, εμένα με διαολίζουνε. Α’ σιχτίρι μπλιό, δεν είναι χώρα αυτή. Παντοπωλείο είναι. Δεν είναι πολιτικοί αυτοί. Μπακάληδες είναι. Πουλιούνε  επιπλωμένα τα χτίρια μας , τσι ΟΤΕδες μας, τσι ΕΥΔΑΠες μας, τσι παραλίες μας, κομμάτι κομμάτι τον κόσμο μας, πράματα απου τα  ’χομε πλερωμένα ακριβά και μας τα παίρνουνε τα λαμόγια. Αλλά είντα περιμένεις! Ανεστοράσαι όντε σ’ έπαιρνε τηλέφωνο η κοπελιά τση τράπεζας, με τ’ αχείλια τζη να στάσουνε μέλι  και σου ‘λεγε. «Επειδή είστε  καλός πελάτης και χουβαρντάς, ελάτε να σας δώσομε ένα δανειάκι. Εδιαλέξαμε  εσάς, γιατί έχετε πολύ καλό όνομα στην κοινωνία». «Μα εμένα με λένε Κακομουτσουνάκη», τση  ’λεγες. Κι ελόγου τζη είχε καπάκι την απάντηση. «Ω! είντα χαριτωμένο απού ‘ναι». Κι εσύ ερούφας το δανειάκι ωσάν φραπέ με γάλα και επιτόκιο 21%. Μόλις το ‘παιρνες, να κι άλλο, να και χρυσή κάρτα, γιατί είσαι εκλεκτό μουσκάρι τση τράπεζας. Όϊ, ετσίτωνες εσύ, δεν το χρειάζομαι, δεν το θέλω, ύπαγε οπίσω μου σατανά… Ναι, σου ‘λεγε η μελένια φωνή, δα το πάρεις γιατί αλλιώς δα σου το χυμίσομε, και δα πεις κι’ ένα τραγούδι. Και τό  ’παιρνες εσύ, σαν τον χάχα, αλλά από μέσα σου εμουρμούριζες. «Πού στο διάτανο τα βρίσκουνε τοσανά λεφτά οι τράπεζες;». Αλλά μέχρις εκεί. Η παραπάνω σκέψη, σου χάλα τη χώνεψη. Από την άλλη μπάντα, μας ελέγανε οι Αγγέλες, οι Σαρκοζήδες και οι αποδέλοιποι. «Μεσιε, Χερ, πάρετε μια δανειάρα, όσα θέλετε πλήζ, μόνο πάρετε μαζί και κιαμιά φρεγάτα να σουλατσάρετε στο Αιγαίο γή ένα Μιράζ, να παίζετε καουμπόηδες και ινδιάνους με τσι απέναντι, γή ένα υποβρύχιο κουτσαβάκη,  να γέρνει απού τη μια μπάντα, να σασε μοιάζει στη μαγκιά. Μα κι εσύ χαχόλε γεωργέ, με το Ντάτσουν δα τηνε βγάλεις; Πάρε την επιδότηση σου, ξήλωσε ελιές, αμπέλια, κηπευτικά, καπνά, να τηνε κάμεις ζάντες και ηλιοροφές. Μούσκαρε, ε μούσκαρε κι εδά δεν έχεις να φας. Εγώ δεν αντέχω κιανένα μπλιό. Μαζί τα φάγανε και οι σωτήρες πατριώτες και οι σύμμαχοι και οι Τρισέδες και οι Ολιρένιδες  και οι Αγγέλες και οι Σαρκοζήδες  και ο κακομοίρης ο Στρος καν, απου του χύθηκε και τον εξέβγαλε η καμαριέρα, τον άβγαλτο. Απού τούτουσας, πρέπει να σώσομε τη χώρα. Ποια χώρα δα μου πείς; Μπα να ’ναι  χώρα, οι κάμποι και τ’ άπαρτα βουνά; Oϊ… Εγώ είμαι η χώρα, ο Στελιανός και τα παιδιά μου και τα εγγόνια  μου και η γιαγιά ντως, η τυραννισμένη η μάνα μου απού το κατάπιε το παραμύθι. Κόψε σύνταξη, κόψε ΕΚΑΣ, χρυσώνει το κουράδι τζη για να τα βγάλει πέρα. Λέω τση, ρε μάνα, είντα παριστάνεις, τη Βορειοηπειρώτισσα απού το Τεπελένι; Δεν είσαι στην Αλβανία, τα σύνορα τση χώρας σου είναι στη Φρανκφούρτη και στο Μανχάταν. Εκεί αυτή! Παλεύγει η άμοιρη, ανάβει κεργιά στην Παναγιά την Τοκοχρεολύτρα το πρωί και την Παναγιά τη Μεγαλο-κανάλα στην ολονυχτία απού ψάλει η Τρέμη και τηνε κάνει και τρέμει. Το λοιπόν, άσκημα – ξεάσκημα τα πράματα, εγώ δα τηνε κάμω με ελαφρά πλάγια πηδηματάκια, δα φύγω απού την Ελλάδα. Να πομείνουνε έπαε μόνο οι σωτήρες, να φάνε τσι σάρκες και τα λυσσακά ντως, να τσι πάρουνε οι τοκογλύφοι δούλους. Και δεν γιαγέρνω, παρ’ εκτός και  καταφέρουνε τα Φεισμπουκάκια ότι δεν εκαταφέρανε οι συνδικαλοπατέρες. Έ... τότεσάς γιαγέρνω, μακάρι και με τα πόδια απού την Αυστραλία, γιατί την αγαπώ την πατρίδα μου, την τυραννισμένη,  μια απού τσι πιο όμορφες πατρίδες του κόσμου απού  εδά τηνε μαγαρίζουνε τα φρικιά. Απόψε δα πάω με το σώβρακο στην πλατέα του χωργιού, να διαμαρτυρηθώ, γιατί είμαι αγαναχτισμένος.