Aπό τεύχος σε τεύχος
 

Της Κρήτης μας τ’ αρώματα

Με τον παπα – Γιώργη συναντιόμαστε στη Νεάπολη μια δυο φορές το χρόνο. Είναι πρωτοπρεσβύτερος στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Κορυδαλλού. Τελευταία φορά ήταν τον Αύγουστο που πέρασε. Βρεθήκαμε έξω από το οργανοποιείο του Γιωργάκη. Χαρακτηριστικό σημείο ανταμώματος φίλων, συναισθημάτων και αναμνήσεων των παιδικών μας χρόνων.

Ο Γιώργος του έβαλε στα χέρια ένα μαντολίνο που μόλις είχε τελειώσει. Να κάμομε καλή αρχή, του είπε. Ο παπα – Γιώργης το πήρε στην αγκαλιά του. Το χάιδεμα στις χορδές ζωντάνεψε Καλογερίδη.

Μελωδίες που, κείνα τα χρόνια, σαν άφηναν τα βράδια οι ντελικανήδες τα καφενεία, πλημύριζαν τα σοκάκια του χωριού. Τις μικρές ώρες, με το μαντολινάρη να ξεκινά την πατροπαράδοτη καντάδα. Άλλη κοντυλιά ανάλογα με τη μαντινάδα. Γιατί αν είναι αγαπητερή η μαντινάδα, παραπονετική ή πεισματική, ο σκοπός αλλάζει... Αναστορηθήκαμε και το αυγουστιάτικο φεγγάρι, το πιο όμορφο φεγγάρι του χρόνου, που κι αυτό έπαιρνε το μερίδιο του από τις καντάδες της παρέας…

Ο παπα – Γιώργης το γύρισε σε γλυκύτατες Μεραμπελιώτικες κοντυλιές.

Αξία έχει πιο πολύ το τελευταίο δάκρυ
που σταματά και κρουσταλλιά στων αμαθιώ την άκρη,

η μαντινάδα που συνόδεψε το τελείωμά τους.

Με τον παπα – Γιώργη τα ‘παμε αρκετές φορές. Η τελευταία, πριν φύγει για την Αθήνα, ήταν έξω από το πατρικό του σπίτι. Τον βρήκα φορτωμένο αρώματα της Κρήτης, όπως έλεγε. Φασκομηλιά, θυμάρια, ρίγανη, αρισμαρή… Τα κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά του σαν να φοβόταν να μην τσαλακωθούν. Πάρτε ένα κομμάτι Μεραμπέλο, μας είπε, προσφέροντας μας ένα κλαδάκι φασκομηλιά, που γέμισε τα πνευμόνια μας μυρωδιά των βουνών της Κρήτης. Τα μάζεψα για να πάρω μαζί μου και το άρωμα της Κρήτης. Δε φτάνουν μόνο οι θύμησες. Κάθε μέρα πρέπει να συμπαίνουμε* τη φωθιά που άφτει μέσα μας. Μ’ αρώματα και με γεύσεις. Κι έβγαλε από μια σακούλα που κρατούσε μια χαχαλιά αλάτι που είχε μαζέψει από τα γουργούθια* στο Χοχλακιά. Για να νοστιμεύει τη θύμηση μαζί με τις γεύσεις της Κρήτης. Μαζί και με τ’ αρώματά της…

 

Γιάννης Νιωτάκης

 

* συμπαίνω = (για τη φωτιά) ρίχνω κλαδάκια να ανάψει, την προσέχω να μη σβήσει.

γουργούθι = μικρό βαθούλωμα βράχων στην άκρη της θάλασσας που γεμίζει θαλασσινό νερό.