Μια μεγάλη αγκαλιά

το σπίτι μας

Γράφει η Ευγενία Μηλάκη – Στεφανάκη

Μια ίωση κι όχι μόνο δεν μ’ άφησαν να βρεθώ στην προγραμματισμένη μας συνάντηση το Πάσχα στο χωριό μου. Ήταν όλοι εκεί. Και όταν λέω όλοι, τ’ αδέλφια μου, γιατί οι γονείς μου απλά μας περιμένουν καρτερικά εκεί, στην τελευταία τους κατοικία για να τους ανάψουμε το καντηλάκι.

Από δώδεκα χρονών έχω να βρεθώ τις άγιες ημέρες στο σπίτι μας που τα τελευταία χρόνια θαρρείς και μας περίμενε να πάμε να τ’ ανοίξουμε, γιατί έκλεισε με το φευγιό των γονέων μας και κανείς μας δεν είχε το ψυχικό κουράγιο να ‘ναι πρώτος που θ’ άνοιγε την πόρτα. Όμως, δεν μπόρεσα… ίσως δεν ήθελα. Ευτυχώς, γιατί τώρα κράτησαν μόνο τους γερούς τοίχους και τα υπόλοιπα γκρεμίστηκαν, όπως μου είπαν τα αδέλφια μου που έβαλαν στόχο να το μεγαλώσουμε και να το διατηρήσουμε σα σημείο αναφοράς κι εμείς και τα παιδιά μας. Τι που σκορπιστήκαμε ανατολή και δύση. Εκεί θα ‘ναι η συνάντησή μας.

Ο Μανώλης και η Αφροδίτη πήρανε εικόνες με τη μηχανή και μου τις εξηγούνε, ενώ ο Κώστας από το τηλέφωνο προσπαθεί να με μεταφέρει νοερά εκεί στο σπίτι μας στους Αδραβάστους Σητείας, στην Κρήτη. Η αδελφή μου πιο συγκρατημένη, απλά μου θυμίζει την ευχή που κάναμε παιδιά. Ένα παράθυρο που άνοιγε στο δρόμο θα αποκτούσε το μπαλκόνι που δεν είχαμε. «Είδες, μου λέει, τα όνειρα πραγματοποιούνται έστω και καθυστερημένα». Εγώ προσπαθώ με το Σήφη, το μικρό αδελφό μου, που κι αυτός δεν μπόρεσε να πάει στην Κρήτη, να λέμε από το τηλέφωνο πώς φανταζόμαστε το νέο μας σπίτι.

Όλη αυτή η αναμπουμπούλα νοερά με ‘φερε και πάλι χρόνους πίσω εκεί στο χωριουδάκι μου, στο φτωχικό μας σπιτάκι που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε τεράστιο.

Τρία δωμάτια είχε όλα κι όλα. Η κουζίνα με την παραστιά ήταν το κυρίαρχο δωμάτιο. Εκεί γινόταν όλη η λάτρα του σπιτιού. Το τζάκι μας ήταν από τα καλύτερα, όπως έλεγε ο πατέρας μου, γιατί δεν κάπνιζε. Δεν ήταν για ντεκόρ όπως σήμερα ή για ζέστη, αλλά για μαγείρεμα και για συνάθροιση γύρω από αυτό όλης της οικογένειας τα χειμωνιάτικα βράδια τις ατέλειωτες βεγγέρες και αποσπερίδες. Απάνω είχε ένα ράφι που η μητέρα μου φρόντιζε, τα πρώτα χρόνια, να κόβει ωραία πλουμιστά χαρτιά, δαντελωτά. Τα στόλιζε και τα άλλαζε τις γιορτές. Αργότερα, γίνανε από πλαστικό και μετέπειτα, όταν μεγαλώσαμε, από άσπρο χασέ και γύρω γύρω δαντέλα. Τα τζακόπανα. Μπροστά στην καμινάδα κρεμούσανε το καμιναδόπανο, από χονδρό τσουβάλι που και αυτό ήτανε ασβεστωμένο και κάλυπτε τη μαυρίλα από τις μουζουδιές. Πάνω στο ράφι είχαμε στολισμένο το χαβάνι, το κουτί με τον καφέ, τα κουτιά με τη φασκομηλιά, βάζα με ελιές, μέλι και πολλές φορές βάζα με το στακοβούτυρο. Στους τοίχους πάνω και γύρω από το τζάκι υπήρχαν καρφάκια, ασβεστωμένα κι εκεί κρεμότανε τα τσικαλόπανα, ο λύχνος, το αλατσερό, ένα φλασκί κομένο στη μέση. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την παραστιά του σπιτιού μας. Εκεί έφτιαχνε τα καλύτερα φαγητά η μητέρα μου. Στο πήλινο τσικάλι και εκεί στα κάρβουνα ψήναμε τις ομορφότερες οφτές πατάτες, τους ομανίτες, τους χοχλιούς ή τα κουκιά στραγάλια. Δίπλα, υπήρχε το σίδερο που άναβε με τα κάρβουνα και παραδίπλα ο καντηλιέρης που πάνω του είχε καρφιά και κρεμούσαν τους λύχνους και που έπαιρνε θέση ανάλογα με τις δουλειές του σπιτιού. Πολύ αργότερα, σ’ ένα μεγάλο καρφί κρεμόταν η λάμπα που άναβε με γάζι (πετρέλαιο) και αυτή μετακινούμενη για να βοηθά καλύτερα στις δουλειές με το φως της.

Ο σοφράς, κι αυτός δίπλα από το τζάκι ήταν κρεμασμένος και ανάλογα έπαιρνε τη θέση του δίπλα του αν ήταν κρύο ή στη μέση, για να χωρούνε περισσότεροι. Οι καρέκλες, πλεχτές από βούρλα όμορφες χειροποίητες χαμηλές και πολλές φορές σαν σκαμνιά χωρίς πλάτη, έπαιρναν θέση γύρω από το σοφρά και το τραπέζι αργότερα. Παραδίπλα από το τζάκι ήταν ο σταμνοστάτης. Ένα βαθούλωμα στον τοίχο, για να βάνομε το σταμνί. Για να κάθεται καλά και να μη μπουμπουρίζει, ο πάτος του ήταν πέτρινος λακουδερός. Στο άνοιγμα του σταμνιού έβαζαν αχιμάδα, για να μένει καθαρό το κρυστάλλινο νερό ή σταμναγκάθι. Ακριβώς δίπλα, ήταν μια κρεμαστή βρύση ντενεκεδένια και πολύ αργότερα ο νεροχύτης που αποτελούσαν πολύ μεγάλη ευκολία για την εποχή εκείνη για τη λάτρα του σπιτιού. Πίσω από το νεροχύτη μια τρύπα οδηγούσε τα νερά στον κάραβο – αϊγό κρυμμένο, για να φεύγουν τα νερά της κουτσουνάρας με το βρόχινο νερό.

Από μέσα από την κουζίνα υπήρχε ένα άλλο δωμάτιο που προστέθηκε αργότερα σαν αποθήκη. Γύρω γύρω μορφοταιριασμένα τα πιθάρια και σ’ αυτά η μητέρα μου έβαζε την τέχνη της τ’ άσπριζε για να τα νοιώθει καθαρά και μέσα είχαν διάφορα, λάδι, χαρούπια, αμύγδαλα, κριθάρι, σιτάρι. Στους τοίχους κρεμούσαν τα κόσκινα, το βολίστρι, τις κνισάρες και πιο πέρα ήταν το αργαστήρι, απαραίτητο βγόδωμα που έλεγε και η γιαγιά μου. Κάθε χρόνο το θυμάμαι να το ‘χει στεμμένο, πρώτα η γιαγιά και μετά η μητέρα μου. Αλλά κι εγώ πέρασα από εκεί και έχω δείγματα γραφής κάποια ωραία προσώμια που τα βάζαμε στον ώμο για να φέρουμε νερό με το σταμνί από τη βρύση. Έχω ακόμη τσάντα για το σχολείο και σακούλια για τον παππού που τα κρατώ μέχρι σήμερα ενθύμια από τα χρόνια που είναι ανεπανάληπτα. Μα και οι πατητές, τα χιράμια, οι μεταξωτές πετσέτες που έφερα νύφη από την Κρήτη και που μια φορά το χρόνο τα βγάζω από τη ναφθαλίνη, ήταν από αυτό το αργαστήρι και από τα χρυσά χέρια της γιαγιάς και της μητέρας μου. Μόνιμος καημός μου είναι που είμαι η τελευταία που συγκινούμαι βλέποντάς τα, γιατί στο μέλλον μάλλον σε καμιά αποθήκη θα βρεθούν, δεν έχω κόρες για να τους μεταδώσω την αγάπη και τις αναμνήσεις μου γι’ αυτά.

Η κρεβατοκάμαρα είχε το κρεβάτι με τις τάβλες και τα πόδια με στρίποδα και στρώμα από σίλο ή και άχυρα και μαξιλάρια με άχυρο από λινάρι. Γύρω γύρω ήταν ο κρεβατόγυρος με όμορφο κοφτό κέντημα και από πάνω το κρεβάτι ήταν στρωμένο με μια πλουμιστή πατανία. Εμείς κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο δυο δυο σε διπλανά κρεβατάκια και όσοι μεγάλωναν είχαν την πολυτέλεια να κοιμούνται στη σάλα στην κασέλα. Στη σάλα υπήρχε και παράθυρο πολύ ψηλά από το δρόμο που μάταια κάναμε ευχή για ένα μπαλκόνι, που να… έρχεται μετά από μισό αιώνα. Ένας μεγάλος καθρέπτης ήταν στη μέση του τοίχου πάνω από το τραπέζι που ήταν σκεπασμένο με ωραίο υφαντό τραπεζομάντηλο.  Δεξιά και αριστερά ήταν κάδρα της γιαγιάς και του παππού και φωτογραφιοθήκες. Πάνω από τον καθρέπτη υπήρχε το ράφι, στολισμένο με λογιών λογιών πιάτα, όρθια χρωματιστά ποτήρια και φλιτζάνια. Παραδίπλα ήταν η κασέλα που μέσα υπήρχαν ό,τι πολύτιμα είχε το σπίτι, προίκα, στολές και διάφορα ενθύμια. Η χαρακτηριστική μυρωδιά της ναφθαλίνης αργότερα και πιο μπροστά της φασκομηλιάς θα συνοδεύει τις θύμησές μου σε όλη μου τη ζωή. Το δάπεδο παλιά θυμάμαι στο σπίτι του παππού ήταν από πηλό με άχυρο. Το δικό μας ήταν κάτι ανάμιχτο, δυσκολεύομαι να θυμηθώ, κάτι με το παραπάνω αλλά με πολύ ασβέστη, ίσως η μητέρα το παράκανε, όλα τα άσπριζε, τοίχους, πατώματα, αυλές, το σπίτι μας ήταν κάτασπρο και η όλη διαδικασία μου δημιουργούσε μεγάλη χαρά. Οι πόρτες ήταν ξύλινες απλές με πανωπόρτι και κατωπόρτι που έκλεινε με μάνταλο.

«Ακόμα δεν τον ήβρηκες το μάνταλο ν’ ανοίξεις, να μασε βάλεις μια ρακή κι ύστερα να σφαλίξεις».

Το κουδούνι της πόρτας ήταν το κερκέλι. «Ποιος είναι που καταχτυπά τση πόρτας το κερκέλι, ακόμη δεν παντρεύομαι η μάνα μου δε θέλει».

Για ασφάλεια έκλεινε, όταν η πόρτα ήταν δίπορτη με το κοντεμιρί, σίδερο που στερέωνε την πόρτα στον τοίχο…

Το κοντεμιρί έκλεινε την πόρτα, μα έκλεινε και όλους εμάς, μια ζεστή οικογένεια με πολύ λίγα υλικά αγαθά αλλά με πολλή αγάπη και θαλπωρή. Μια αγάπη που παραμένει αμείωτη στο πέρασμα του χρόνου.