Το
χρονικό της Σπηλιάρας*
«Περάσετε στου Σοκαρά στη Γέργερη να βγείτε,
τάφους κι εκεί ομαδικούς και σκοτωμούς θα δείτε»
17 Αυγούστου 1944.
Μόλις που άρχιζε να χαράζει. «Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους και
τέτοια, κι όπως τόχε συνήθειό του στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως».
Αγουροξυπνημένοι οι άνθρωποι τριγυρνούσαν στις αυλές και στα σοκάκια. Οι
σκύλοι ουρλιάζανε όλη τη νύχτα. Κάτι κακό προμηνυότανε. Η ατμόσφαιρα μύριζε
θάνατο. Κατά τις 10 το πρωί Γερμανικά στρατιωτικά αυτοκίνητα ανηφορίζανε στο
Σοκαρά. «Όλοι οι κάτοικοι του χωριού να μαζευτούν στο Σχολείο που θέλει να
τους μιλήσει ο Γερμανός υπεύθυνος… Επαναλαμβάνουμε… Όλοι οι κάτοικοι να
μαζευτούν στο Σχολείο που θέλει να τους μιλήσει ο Γερμανός υπεύθυνος…»
Ώρα 11.30. Όλοι οι
άνδρες του χωριού από 18 μέχρι 60 χρονών σπρώχνονται από Γερμανούς
στρατιώτες προς τον Άη Αντώνη. Τα γυναικόπαιδα συγκεντρώνονται χωριστά.
Πεντέξι μασκοφορεμένοι «Έλληνες» στέκονται στο πλευρό των Γερμανών
στρατιωτών. Φυσικά είναι οι δικοί τους φίλοι. Οι δικοί μας δοσίλογοι. Ώρες
αγωνίας για το τι θα γίνει… Οι μασκοφορεμένοι ξεχωρίζουνε τους «δικούς των»
και τους «άλλους» τους δένουνε πισθάγκωνα και τους οδηγούν κατά τριάδες προς
την Σπηλιάρα. Προς τον Γολγοθά.
Στο μεταξύ έχει
προδοθεί ότι έχει κρυμμένα όπλα στο σπίτι του ο Γιώργης ο Κυριακάκης. Οι
Γερμανοί στρατιώτες του ζητούν να τα παραδώσει. Εκείνος αρνείται ότι έχει.
Γίνεται έρευνα στο σπίτι του. Τα όπλα βρίσκονται κάτω από το πιθάρι του
λαδιού. Στη συνέχεια, τον οδηγούν στον γκρεμό των Αγ. Δέκα και τον σπρώχνουν
στο βαθύ ρυάκι. Τρέχουν κοντά του, του κόβουν τα χέρια και του βγάζουν τα
μάτια. Βάζουνε την κεφαλή του πάνω σε μια πέτρα και τον σφάζουνε με
ξιφολόγχη από το σβέρκο. Μόλις που πρόλαβε να πει: «Είσαστε άνανδροι. Τσι
άνδρες δεν τσι σφάζουνε από το σβέρκο». Οι Γερμανοί στρατιώτες τέλειωσαν την
αποστολή τους.
Καθώς η πομπή των
μελλοθάνατων ανηφορίζει στο Γολγοθά της νέο επεισόδιο μεσολαβεί, που
αναβάλει για λίγο τη θυσία στο βωμό της Λευτεριάς. Ο Γιώργης ο Γιαννουλάκης
προσπαθεί να δραπετεύσει. Τον κυνηγούν και τον πιάνουν πίσω από το σπίτι του
Ορφανού. Τον σκοτώσανε με βέργα, είπανε άνθρωποι που ζήσανε εκείνα τα
γεγονότα. Τούτα τα μικροεπεισόδια όμως δεν επηρεάζουν την εξέλιξη των
πραγμάτων. Ο στόχος σημαδεύτηκε καλά. Η πορεία προς το Γολγοθά συνεχίζεται.
Στο σχολείο σκηνές αλλοφροσύνης ξετυλίγονται από τα γυναικόπαιδα και
προπαντός τους συγγενείς των μελλοθανάτων. «Και περάσανε μέρες πολλές μέσα
σε λίγην ώρα. Και θερίσαν πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη
μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα».
Στη Σπηλιάρα αρχίζει το
γιουρούσι του θανάτου. Πάνω στην ψηλή όχθη του ρυακιού με το πρόσωπο κατά το
μέρος του ήλιου στήνονται οι Αγωνιστές. Το Γερμανικό απόσπασμα απέναντί
τους. «Ζήτω η Λευτεριά… Κάτω οι τύρανοι… Κάτω ο Φασισμός… Ζήτω η Ελλάδα…
Μάννα μου πεθαίνω…». Πύύύρ… Όλα τέλειωσαν… 25 άνθρωποι σπαρταρούν για λίγο
και σωριάζονται μπρούμυτα άψυχοι πια πάνω στο χώμα. Ο κόσμος γίνεται
φτωχότερος. Η Λευτεριά βρίσκει δικαίωση. Ο ήλιος συνεχίζει ν’ ανηφορίζει
στον ουρανό, γεμάτος καλοσύνη και συμπάθεια για τους νεκρούς. Γεμάτος μίσος
για τους φονιάδες. Οι Γερμανοί στρατιώτες πλησιάζουν κοντά. Η χαριστική
βολή. Ύστερα, η Σιωπή. Η Ερμιά. Ύστερα, ο Θάνατος. Ο Θάνατος…
Σήφης Κοσόγλου,
Φιλόλογος
*
Σπηλιάρα: Τοποθεσία ΒΔ του Σοκαρά Ηρακλείου. Το ρυάκι είναι βαθύ. Οι όχθες
ψηλές. Εδώ εκτελέστηκαν οι είκοσι εφτά (27) Σοκαριανοί από τους Γερμανούς
(17 Αυγούστου 1944).
*
Από το βιβλίο «Η Εκτέλεση των 27 Σοκαριανών – Σπηλιάρα, 17 Αυγούστου 1944» -
Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου Κρήτης.