Με βάρσαμο κι αρισμαρή
– μαντιναδολόγοι
Όλγα
Δραμουντάνη (Κόκκινος Κάμπος – απόσπασμα)
Κορακόπετρα…
Πήγα στ’ αόρι του
χωριού κι εβρήκα τη δοχή σου
κι ένιωσα πως η σκέψη μου έσμιξε τη δική σου.
Πάνω στην κορακόπετρα στση πόρτας το πελέκι,
σ’ ένα μιτάτο σκαλιστό το όνομα σου στέκει.
Το ‘γραψες για δεν ήθελες ο χρόνος να ξεχάσει
πώς τη ζωή σου στσι κορφές αυτές είχες περάσει.
Εξάνοιγα τα χώματα να βρω την πατουχιά σου
μεσ’ το μιτάτο εγύρεψα να ιδώ την κοιμηθιά σου.
Μα οι χρόνοι που περάσανε τα ίχνη καταλούνε,
μόνο τα μάθια τση ψυχής μπορούν και τα θωρούνε.
Μικρά βιολάκια τ’ αοριού με χρώματα και άνθη
στολίζουν την ανάμνηση ενούς καιρού που εχάθη.
Πού χάνεται πού ξεκινά κιανείς μας δε γατέχει,
αρχή και τέλος ποιος θα πει τούτη η ζωή αν έχει.
Δεν είναι τούτος ο ντουνιάς όνειρο για να σβήσει,
μα θαύμα καθημερινό μ’ Ανατολή και Δύση.
Την ώρα της Ανατολής όπου μεριούνε τ’ άστρα
ο νους μου απλώνει τα κλαδιά σε χωματένια γλάστρα.
Και οι μορφές σας γίνονται πουλιά που κελαηδούνε
γιατί ‘χουνε τη σκέψη μου φωλιά και κατοικούνε.
Και στένουν το κελάηδισμα σαν απλωθεί η Δύση
πούρχετ’ ο ύπνος κηπουρός τη γλάστρα να ποτίσει.
Δημήτρης Σαπουντζάκης του Νικ. (Η Μαντινάδα στις Κορφές – Μανώλης Μ.
Παπυράκης)
Εικόνισμα σε κρέμασα στην κλίνη μ’ από πάνω
κι αντί για λάδι δάκρυα εις το καντήλι βάνω.
Μη τα θωρείς τα μάθια μου πως παίζουν και γελούνε
μαύρες πληγές έχει η καρδιά, μα δε ν-το μαρτυρούνε.
Σ’ αγάπησα και ήκαμα όρκο πολύ μεγάλο,
από τα βάθη τση καρδιάς ποτέ να μη σε βγάλω.