![]() |
||
|
Ο Κωνσταντής (συνέχεια από το προηγούμενο)
Η γέννηση. Ο Μιχάλης κάθεται στη μικρή αυλή με το γιασεμί, του καντιφέδες και τους βασιλικούς ψιλοϊδρωμένος, φουμέρνει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο, αμίλητος και σκεφτικός περιμένει τη μαμή που ξεγεννά την Κατερινιά, τη γυναίκα του να του φέρει το μαντάτο για το τέταρτο, παιδί του που σε λίγο θ’ αντικρίσει τον κόσμο. Τα τρία προηγούμενα ήταν κορίτσια και δεν θ’ αποφάσιζε να κάμει και τέταρτο γιατί ήταν περίσσια φτωχός, μα ήθελε το γιο να τον βοηθά στις δουλειές. Τρεις κόρες πώς να τις αποκαταστήσεις χωρίς βοήθεια; Περιμένει ο Μιχάλης και του φαίνονται τα λεπτά αιώνες. Μα εκεί που σκέφτεται πως δεν θα τελειώσει ποτέ ετούτη η αναμονή, ξαφνικά αναπηδά στην καρέκλα. Σαν να του φάνηκε πως άκουσε κλάμα μωρού, μα δεν είναι και σίγουρος. Δεν περνάνε όμως πέντε λεπτά κι η πόρτα του σπιτιού ανοίγει και… «καλορίζικος ο γιος Μιχάλη! Να σου ζήσει. Άργησες μα τα κατάφερες, Θεόψυχά μου». Ο Μιχάλης που μέχρι πριν λίγο λογάριαζε πώς θα δεχτεί το καινούργιο μέλος της οικογένειάς του, αν τύχει να είναι αγόρι, δεν πιστεύει στ’ αφτιά του τώρα που το άκουσε. Σκύβει και φιλά τα χέρια της μαμής και δεν μπορεί να βγάλει λέξη από το στόμα του. Μόνο ένα δάκρυ κατηφορίζει στα σκαμμένα από τον ήλιο μάγουλα του, μα προλαβαίνει και κρύβεται μέσα στα δασιά του γένια πριν να το δει άνθρωπος… Κάποια στιγμή συνέρχεται, βγάνει από την τσέπη του και δίνει το ρεγάλο που είχε ετοιμάσει στη μαμή. Κι ύστερα μπαίνει στην κουζίνα, ξεκρεμά από τον τοίχο το γκρά γεμίζει γρήγορα και παίζει δυο – τρεις στον αέρα, ν’ ακούσουν οι φίλοι κι οι δικοί να μαζευτούνε για να πάρουν μερτικό από τη χαρά του. Ξανακρεμά το γκρά στη θέση του στον τοίχο και προχωρεί προς τη μεσόπορτα που βγάζει στην κάμαρα που κείτεται η λεχώνα. Βγάνει το κεφαλομάντηλο και πλησιάζει στο κρεβάτι που είναι ξαπλωμένη η Κατερίνα, σκύβει και την κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια. Χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά της και της λέει με περίσσια τρυφεράδα: «Εκαταφέραμε ντα Κατερίνα. Ε;». Εκείνη του γνέφει με το κεφάλι «ναι» και γυρίζει αλλού τα βουρκωμένα της μάτια. Ο Μιχάλης πιάνει το γιο του απαλά με απίστευτη τρυφερότητα, για τα ροζιασμένα απ’ τις δουλειές του ξωτάρη χέρια του, και σηκώνοντας το ψηλά λέει: «Ευχαριστώ σε Θε μου που μ’ αξίωσες. Κωνσταντή θα τονε βγάλω». Ύστερα φιλά το κεφαλάκι του και τον αφήνει με προσοχή δίπλα στην Κατερινιά. Έτσι ήρθε σ’ ετούτο τον ψεύτη κόσμο ο Κωνσταντής κι ούτε που περνούσε από το μωρουδίστικο μυαλό του, πόσα θα τραβούσε στη ζωή του μέχρι να σφαλίξουνε τα μάτια του. Μεγαλώνει ο Κωνσταντής με το κανάκεμα των γονιών του και των κοριτσιών και είναι το καμάρι τους, γιατί δεν είναι μόνο καλόγνωμο και φιλότιμο παιδί μα γίνεται μέρα τη μέρα ένα όμορφο παλικαράκι. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς του τον στέλνουν στο σχολειό, γιατί ξέρουν καλά πως, για να προκόψει, πρέπει να μάθει «πέντε αράδες γράμματα». Ο Κωνσταντής έγινε κιόλας οκτώ χρονών, μα μοιάζει σαν να είναι δέκα – έντεκα. Έχει κάμει και τρεις καλούς φίλους, τον Γιώργη, το Δημήτρη και το Γιάννη κι είναι αχώριστοι. Μόνο το φαϊ και ο ύπνος τους χωρίζει. Και θα μείνουν αχώριστοι μέχρι το τέλος, οι τρεις τους τουλάχιστον, γιατί ο τέταρτος βιάστηκε να φύγει απ’ τη ζωή στην αρχή του πολέμου. Είναι να τους χαίρεσαι για την αγάπη που τους δένει και για το πώς βοηθά ο ένας τον άλλο κι όχι μόνο στα μαθήματα. Ε, βέβαια, μη φανταστεί κανείς πως οι τέσσερις φίλοι μας ήταν αγγελούδια ή χερουβείμ που κατέβηκαν από τον παράδεισο. Φυσιολογικά παιδιά ήτανε. Με τις διαβολιές τους, με τα χωρατά και τις πλάκες που σκαρώνανε ακόμη και σε μεγαλύτερα τους παιδιά. Ο Γιάννης, για παράδειγμα, ήταν ο καλλίτερος καβρολόγος* κι είχε κάνει και τους άλλους ειδήμονες του είδους. Έπαιρναν ένα βούρλο το βάζανε μέσα στην τρύπα του καβρού κι άρχιζαν να το σπρώχνουν μέσα σφυρίζοντας μ’ ένα ειδικό τρόπο. Μετά το τραβούσαν αργά – αργά έξω. Αν η τρύπα είχε μέσα καβρό, δεν αργούσε να ακολουθήσει το βούρλο στο τράβηγμα προς τα έξω. Πολλές φορές το άρπαζε με τη δαγκάνα του, αλλά όπως και να είχε το πράγμα τον έβγαζαν έξω από την τρύπα και τότε με μια αστραπιαία κίνηση τον άρπαζαν πίσω από τις δαγκάνες και τον κρέμαγαν στο βούρλο που είχανε κρεμασμένους και τους άλλους. Έτσι, είχαν γίνει όλοι τους πρωταθλητές στο καβρολόγημα. Καμιά φορά βέβαια μπορεί να δάγκωνε κανένα δάχτυλο ο κακομοίρης κάβουρας, αλλά κι αυτό μέσα στο παιχνίδι ήτανε. Εκείνη την εποχή οι μελισσοκόμοι είχαν επικηρύξει τους σβούρους, τις μεγάλες σφήκες με τις κόκκινες ρίγες, γιατί έτρωγαν τις μέλισσες. Μόνο που έπρεπε να τους κυνηγάς στην πηγή που κοντά της είχαν τοποθετήσει τις κυψέλες τους οι μελισσοκόμοι. Έτσι οι τέσσερις φίλοι είχαν κάνει την πιο ακτύπητη ομάδα «σβουροκυνηγών» στο χωριό. Κανένας δεν τους έφτανε. Είχαν όμως συστηματοποιήσει τη δουλειά τους έτσι που ήταν πολύ σποτελεσματικοί. Φυσικά, δεν κυνηγούσαν μόνο κοντά στην πηγή που ήταν τοποθετημένες οι κυψέλες κάποιου, αλλά σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Και φυσικά ήταν αυτονόητο πως, αν τύχαινε να ανακαλύψουν καμιά σβουριά είχαν μεγάλη επιτυχία. Κατάστρωναν ολόκληρο επιτελικό σχέδιο πως θα την λεηλατήσουν και θα σκοτώσουν μέχρι ενός τους ενοίκους. Και να πώς… (συνέχεια στο επόμενο)
*καβρολόγος=κυνηγός καβουριών |
|