Επομείναμε πανί με πανί

Γράφει ο Χαράλαμπος Βουτυράκης

Ήρθε η Λαμπρή κι οφέτος, δόξα τω Θεώ απού ήμαστε καλά και μαζί τζη ήρθε κι ο εγγονός μου ο φοιτητής στο χωργιό για τσι διακοπές. Όλοι τον ανημέναμε σαν το ρόγδι στο μαντήλι. Εγώ ερώτουνα. «Πότε έρχεται το κοπέλι, γιάντα αργεί, μπα να μην έρθει;». Γιάντα ήμουνε ετσά ντουχιουντισμένος; Μα λόγω τση κρίσης. Δεν εμπόρουνε να βάλω στ’ αμέντε μου πού εχαθήκανε τόσανα λεφτά απού τη μνιάν ώρα στην άλλη κι ελογάριαζα πως εμπόριε να μου εξηγήσει. Επιστήμονας ήτονε και να ξεντουχιουντήσω. Τσι πρώτες μέρες δεν τονε ξεμονάχιασα. Μια οι γονέοι ντου τονε χρειάζουντανε, μια οι φίλοι ντου εθέλανε να πορίσουνε, μια τα ξενύχτια και η ξάπλα όλη μέρα, ας εγάτεχα είντα κάνει τη νύχτα; Μίστητι μου Κύριε. Δεν ήβρισκε ώρα για τον παππού ντου. Στο τέλος, την Τρίτη τση Διακαινησίμου, τον επέτυχα ξυπνητό κατά τσι δέκα η ώρα το πρωί. Λέω του λοιπόν. «Έλα ντεληκανή μου να πάμε στον καφενέ να σε τρατάρω έναν καβέ. Τόσεσας μέρες ανημένω μπα να μου εξηγήσεις καμπόσα ανεξήγητα ετουλόγου σου απού ‘σαι κι επιστήμονας». «Είντα να σου εξηγήσω παππού, εσύ κατέχεις πιά πολλά από μένα».

 «Όϊ παιδί μου, δεν είναι ετσά που τα λές. Εδά μπλιό εγέρασα και φαίνεται ότι το μυαλό μου εκουρκούτιασε και δεν καταλαβαίνω γιάντα εχαθήκανε τοσανά λεφτά. Είντα φταίει για την οικονομική κρίση; Γιάντα έχουνε πρόβλημα οι τράπεζες, κατά που γροικώ και διαβάζω στσι εφημερίδες; Υποφέρουνε οι αγορές, λες κι είναι λουχούνες. Πομένουνε άνεργοι οι αθρώποι. Πετσοκόβγουνε τσι μισθούς. Αγκομαχούνε οι μικρομεσαίοι, πεινούνε οι φτωχοί. Κλαίει και οδύρεται η ανθρωπότητα. Πληθαίνουνε οι διακονιάρηδες. Πάμε να χαρείς να κάτσομε στον καφενέ να μου τα εξηγήσεις». «Ε, αν είναι να σταματήσει παππού να τρίζει το μυαλό σου, πάμε».

Εκάτσαμε, επαραγγείλαμε καφεδάκια και λέει μου ο εγγονός μου. «Ρώτα με παππού κι ανέ γ-κατέχω σου αποκρίνομαι». «Μπρε παιδί μου, όπως σου ‘λεγα και παραμπροστά, είντα εγενήκανε τα λεφτά; Ατμός ήτονε και εξατμιστήκανε; Πού επήγανε το λοιπόν; Επαέ συμβαίνουν τρομερά  πράματα. Εκκινήσανε όλοι, αρμόδιοι και αναρμόδιοι να μασε κουζουλάνουνε και να μαυρίσουνε τη ζωή μας. Γροικώ πως η ανάπτυξη οφέτος δα να ‘ναι μηδέν και με πιάνει σύγκρυο. Είντα ‘ναι τουτονά πάλι;». «Παππού πάρε μιαν αναπνιά κι άσε με να μιλήσω. Ένα – ένα τα ερωτήματα. Άκουσες για την ανάπτυξη ότι θα είναι μηδέν και ετρόμαξες. Κι αν είναι μηδέν, τι έγινε; Απλώς, θα περάσουμε όπως πέρυσι. Άσκημα επέρασες; Λες πως δεν υπάρχουνε λεφτά, ή νομίσματα, όπως τα λέγανε οι προ-προπαππούδες  μας οι αρχαίοι Έλληνες κι ας τους ζηλεύει κι αυτούς κι εμάς η Γερμανίδα η Άγκελα που κόντεψε να τσ’ έρθει ταμπλάς από το κακό της. Τέλος πάντων, αυτά τα νομίσματα φαίνεται πως ήτανε λιγότερα απ’ όσα «νομίζαμε» ότι είχαμε. Εκατάλαβες παππού;». «Όϊ, δε σε πιάνω». «Φτου κι απ’ την αρχή. Ενομίζαμε ότι τα «νομίσματα» που είχαμε ήταν ίσα με την αξία που αντιπροσώπευαν. Δηλαδή την αξία του πραγματικού παγκόσμιου πλούτου που είναι τα αγαθά, τα υλικά και οι υπηρεσίες. Αν όμως εμείς οι απλοί άνθρωποι γνωρίζαμε πως είναι τελείως άλλο πράγμα το «νόμισμα» και άλλο το «χρήμα», μπορούσε να μην αφήσομε να ρίξουνε έξω την παγκόσμια οικονομία οι οικονομολόγοι και οι τραπεζίτες πού παίζουνε με τα νομίσματα, καθώς και οι διάφοροι κλέφτες, ντόπιοι και ξένοι. Εκατάλαβες παππού;». «Μιαολιά εκατάλαβα μα με μπέρδεσες με το «νόμισμα» και με το «χρήμα». «Ας σου το κάμω πιο λιανά. Ο προ-προπάππους μας ο Αριστοτέλης που έζησε το 384 ίσαμε το 322 πριν από το Χριστό, με πολύ καθαρό μυαλό μας εξήγησε πως το «νόμισμα» λέγεται έτσι, γιατί είναι προϊόν νόμου κι όχι προϊόν της φύσης και σαν τέτοιο, από εμάς εξαρτάται να το μεταβάλουμε ή και να το αχρηστέψομε. Είναι μια εικονική πραγματικότητα πλούτου, που μπορεί να υπάρχει ή και να μην υπάρχει. Αντίθετα, το «χρήμα» είναι κάτι φυσικό, κάτι χρήσιμο που ανταλλάσσεται με κάτι άλλο χρήσιμο κι αυτό. Παράδειγμα, το βούϊ (ο βους κατά τον Όμηρο) ήτανε «χρήμα», γιατί μ’ αυτό συγκρίνανε κι ανταλλάσσανε τα άλλα αγαθά. Σιγά σιγά το βούϊ αντικαταστάθηκε από το χαλκό, το ασήμι, το χρυσό και τέλος το χαρτονόμισμα. Κατάλαβες μέχρι εδώ παππού;». «Ζορίζομαι μιάολια μα ψυχανεμίζομαι είντα θες να πεις. Εγώ όμως σε ρωτώ. Είντα σχέση έχουνε όλ’ αυτά με τη σημερινή κρίση;». «Έχουνε και παραέχουνε, παππού, γιατί κατά τα λεγόμενα του Αριστοτέλη, το «νόμισμα» μπορεί να παράγει πλούτο και αγαθά, αλλά σαν γέννημα του νόμου μπορεί και να είναι κοροϊδία, («λήρο» το λέει ο Αριστοτέλης) γιατί αν αλλάξουν γνώμη αυτοί που το χρησιμοποιούν, τότε δεν αξίζει τίποτα. Έτσι, αν κάποιος είναι πλούσιος σε νομίσματα μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να στερηθεί και το φαϊ και να πεθάνει από την πείνα. Όπως εκείνος ο βασιλιάς ο Μίδας απού ότι έπιανε γινότανε χρυσός και στο τέλος πέθανε από πείνα». «Δηλαδή παιδί μου μπορεί να ψοφήσουν από την πείνα και τα Γκόλντεν μπόϊς;». «Δεν αποκλείεται παππού». «Μα ανε ψοφήσουνε αυτοί παιδί μου, δε δα πρωτοψοφήσομε εμείς οι φτωχοί;». «Όχι, παππού, γιατί για μας που έχομε τα ελάχιστα χρειαζούμενα δεν έχομε να χάσομε πολλά». «Μα πληθαίνει η ανεργία, ή ψόματα είναι;». «Αλήθεια είναι, αλλά σκέφτηκες πως με το να χάσουνε προσωρινά οι εργάτες και οι υπάλληλοι τη δουλειά τους, αυτό μπορεί να είναι και για το καλό τους; Γιατί θα έχουν επιτέλους λίγο χρόνο δικό τους. Μιαν ανάπαυλα, στη γεμάτη εκμετάλλευση ζωή τους και επιτέλους θα  γελάσουνε, θα διασκεδάσουνε, απλά πράγματα, όσο κρατήσει η ανεργία τους;». «Δε μου τα λες καλά παιδί μου, να με ποκουζουλάνεις πας. Εσκέφτηκες είντα δα γενούμε χωρίς λεφτά κι ας είναι και νομίσματα; Δα ποθάνομε τση πείνας». «Άκου, παππού, για να τελειώσει ο θρήνος, αυτά που θα σου πώ. Υπόθεσε πως «δια μαγείας» σβήνουνε μια στιγμή οι ζωγραφιές απ’ όλα τα χαρτονομίσματα σ’ όλο τον κόσμο και γίνονται άχρηστα άσπρα χαρτιά, χωρίς τις ζωγραφιές τους». «Ετότεσας δα ‘ρθούνε τα ύστερα του κόσμου, το χάος». «Μη με διακόπτεις, παππού. Χαθήκανε τα νομίσματα λοιπόν, μα η παραγωγικότητα της κάθε χώρας δεν εχάθηκε, η γη είναι έτοιμη να μας δώσει τα αγαθά της, οι μηχανικοί, οι αγρότες, οι εργάτες απαλλαγμένοι από τα χρέη τους μετά την εξαφάνιση των νομισμάτων είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν από την αρχή μια δυνατή νέα πορεία. Βέβαια, όπως λες κι εσύ θα ψοφήσουνε τα Γκόλντεν μποϊς». «Ντα εξαναγίνηκε τέτοιο πράμα ποτέ παιδί μου;». «Ε, βρε παππού, θαρρώ πως έχεις και λίγο Αλτσχάϊμερ και σε συγχωρώ. Αυτό δεν εζήσετε στην Ελλάδα, που μετά την κατοχή το 1944 εκυκλοφορήσανε χαρτονομίσματα με ονομαστική αξία 100 δισεκατομμύρια δραχμές το ένα και δεν αγόραζες με αυτά τα 100 δισεκατομμύρια ούτε εφημερίδα;». «Ανεστορούμαι ντο παιδί μου, δίκιο έχεις. Άχρηστα ήτονε τα παντέρμα. Είχαμε μια γ-κασέλα γεμάτη και δεν έκανε ούτε στον απόπατο να σκουπιστούμε, γιατί ήτανε σκληρά. Τότεσας βγάλανε καινούργια νομίσματα και η Ελλάδα εξεκίνησε από την αρχή κι αναπτύχθηκε ογλήγορα κι ας είχαμε βγει από πόλεμο». «Είδες παππού; Μα το ίδιο εγίνηκε και στη Γερμανία το 1933 που ετυπώσανε νέο νόμιμα το Ραϊχσμάρκ, γιατί η οικονομία της Γερμανίας είχε καταστραφεί από τον πληθωρισμό που ξέσπασε μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Μετά αναπτύχθηκε η Γερμανία τόσο που δεν ήξερε τι να κάνει τα λεφτά και έκανε τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά και στο αρχαίο Ιουδαϊκό βασίλειο κάθε εφτά επί εφτά συν ένα, δηλαδή πενήντα χρόνια οι Εβραίοι είχαν το Ιωβηλαίο έτος που σ’ αυτό διαγραφότανε αυτόματα όλα τα συσσωρευμένα χρέη ολονών και η οικονομία εξεκινούσε από την αρχή κι επρόκοβε, γιατί ο κόσμος δεν είχε χρέη». «Δηλαδή παιδί μου όλα ετουτανά απού λέμε και εμάλλιασε η γλώσσα μας μπορούμε να τα πούμε με μια μαντινάδα;». «Ποια παππού;». «Γροίκα το λοιπόν: Απού ‘χε τα πολλά ‘κλαιγε κι απού ‘χε και τα λίγα. Κι απού δεν είχε σκιάολιας ήκατσε κι ετραγούδα». «Μπράβο, παππού! Εκατάλαβές τα και σου βάνω δέκα με τόνο στην οικονομία. Ας έχομε λοιπόν θάρρος. Το ποτήρι είναι μισογεμάτο κι όχι μισοάδειο. Μόνο που δεν εκατάλαβα το σκιάολιας γιατί τώρα πια δεν το λέμε». «Πράμα, τίποτα, αυτό δα πει το σκιάολιας. Πως λέμε παιδί μου μιαολιά απού δα πει λίγο; Ε, σκιάολιας δα πει πράμα, τίποτα!».