![]() |
||
|
Aπό τεύχος σε τεύχος
Περιμένω την Κυριακή… μια πρόταση ελπίδας… «Εκεί που φτάσαμε, σχολίαζε ένας φίλος, αναφερόμενος στη σύγχρονη ελληνική καθημερινότητα, που δεν αφορά μόνο την οικονομική κρίση, εκεί που φτάσαμε δεν υπάρχει ελπίδα. Ποιος θα το περίμενε…». Εμείς πιστεύουμε ότι πάντα υπάρχει ελπίδα. Και έχουμε να κάνουμε μια άλλη εναλλακτική πρόταση. Που σχετίζεται με τον άνθρωπο και τα υπέροχα συναισθήματα με τα οποία είναι γεμάτη η ψυχή του. Σας παραθέτουμε μια ιστορία και εσείς βγάλετε τα συμπεράσματά σας. Είναι ένας φίλος που έχει ιδιαίτερη αγάπη στην κρητική μουσική, Τζίμη τον φωνάζουν, εμένα μ’ αρέσει να τον λέω Δημήτρη. Δεν είναι Κρητικός. Ψύχωση θα ‘λεγα ότι έχει όμως με τη μουσική της Κρήτης. Δεν υπάρχει λυράρης που να μην τον ξέρει, δεν υπάρχει μουσικό κομμάτι που να μην το έχει ακούσει και να μην έχει άποψη γι’ αυτό. Ο Δημήτρης, που λέτε, δε μοιάζει με όλους εκείνους που έχουν προσεγγίσει την κρητική μουσική μέσα από νεότερους λυράρηδες οι οποίοι έχουν πάρει στράτες κάθε άλλο παραδοσιακές. Είναι πολλοί που αγαπούν την αυθεντικότητα μας κρητικής μουσικής ακολουθώντας μας νέους σοβαρούς λυράρηδες και άλλοι τόσοι που έχουν παρασυρθεί από μας παρακεντέδες* μας σύγχρονης μουσικής έκφρασης μας Κρήτης. Ο Δημήτρης αρέσκεται να ακούει κρητική μουσική, δημιουργήματα των μεγάλων δασκάλων, αλλά και πολλών σύγχρονων που βαδίζουν στα χνάρια μας. Με το φίλο μας αυτό βρεθήκαμε, ευκαιρίας δοθείσης, κατά την παραμονή των καλλιτεχνών Στέφανου Μεσσαριτάκη και Γιώργη Καραγιώργη στη Ρόδο το Νοέμβρη που πέρασε. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του φίλου μας, είναι ότι νοιώθει την ανάγκη να έρθει σε στενότερη επαφή με μας καλλιτέχνες που τον εκφράζουν. Να κοινωνήσει με την ιδιαίτερη αύρα του καθενός. Κατά τη συνάντηση μας αυτή, ο Δημήτρης αναφέρθηκε σε κάποια πράγματα που συνηθίζει να κάνει, πράγματα που έχουν μια βαθύτερη σημασία και νόημα στη ζωή μας κι μας μην το έχει συνειδητοποιήσει απόλυτα κι ο μας. Όλη τη βδομάδα περιμένει την Κυριακή. Μαζί με την οικογένειά του πηγαίνει στο χωριό του, ένα χωριό μας Ρόδου που υπεραγαπά. Ακολουθεί λοιπόν κάθε φορά σχεδόν το ίδιο πρόγραμμα. Μετά την εκκλησία, γυρνά στο σπίτι του και ξέρει ότι στο ενδιάμεσο παραθύρι με το σπίτι των γονιών του η μάνα του θα του έχει ετοιμάσει τον καφέ και σ’ ένα πιατάκι τα καλούδια που έχει κείνη τη μέρα. Ο Δημήτρης, ξέχασα να αναφέρω, έχει πια μεγάλα παιδιά στο πανεπιστήμιο. Σε λίγο, φεύγει για το καφενείο. Το παραδοσιακό καφενείο του χωριού, όχι κάποια σύγχρονη καφετέρια. Εκεί θα τον περιμένουν οι φίλοι που ξέρουν ότι κάθε Κυριακή θα είναι κοντά μας. Θα αρχίσουν με κανένα καφέ, όσοι δεν έχουν πιεί και αργότερα θα έρθει η ώρα μας τσικουδιάς. Σούμα τη λένε στη Ρόδο. Μεζές, ο παλιός μεζές των καφενείων και μας Κρήτης. Ό,τι είναι βρισκούμενο και ό,τι φέρνει ο καθένας από το σπίτι του. Και στο βάθος από το μεγάφωνο του μικρού μουσικού συστήματος καλή κρητική μουσική. Από τη μουσική που έχει ο Δημήτρης επιλέξει. Κουβέντα, ιστορίες από την καθημερινότητα, σιγοτραγούδισμα στα γυρίσματα του συρτού και μας μαντινάδας… Γίνεται κάποια αναφορά στα σύγχρονα προβλήματα μας εποχής μας, στο οικονομικό μας πούμε ή σε άλλα που κατατρύχουν την καθημερινότητά μας; Ξώφαλτσα μπορεί να γίνει. Δεν έχουν κυρίαρχη θέση αυτά στη μάζωξη μας μέρας. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η καρδιά που έχει μας προτεραιότητες. Διψά για την τροφή, την άυλη τροφή που ο Δημήτρης κι οι φίλοι του ασυνείδητα μας δίνουν. Την απλή ανθρώπινη επαφή, την έξω καρδιά, την εμπιστοσύνη και την αγαθότητα των σχέσεων που κάθε Κυριακή τροφοδοτούν την ψυχή μας οι απλοί αυτοί καθημερινοί άνθρωποι. Αργά το μεσημέρι όταν είναι έτοιμο το φαγητό στο σπίτι, τον παίρνει τηλέφωνο η γυναίκα του. «Έλα το φαγητό είναι έτοιμο»… Περιμένω την Κυριακή, λέει ο Δημήτρης, σαν μικρό παιδί… Φίλοι μας τέτοιες Κυριακές μας προτείνουμε να δημιουργήσετε. Δεν είναι πολύ δύσκολο. Αρκεί να προσπαθήσουμε να βρούμε μας μικρές χαρές που γεμίζουν την ψυχή μας και δίνουν ουσία στη ζωή μας… Γιάννης Νιωτάκης * παρακεντές = ο παρακατιανός |
|