Μουσικά όργανα της Κρήτης

Γράφει η Ειρήνη Ταχατάκη

 

Η ιστορία των μουσικών οργάνων της Κρήτης χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ο διαπρεπής μουσικολόγος Φοίβος Ανωγειανάκης μας πληροφορεί ότι η λύρα έχει προέλευση από τη βυζαντινή εποχή. Στην Κρήτη ήρθε μετά την τουρκική κατάκτηση δηλαδή το 17ο ή 18ο αιώνα. Και ακόμα κάτι: Ο όρος «κοντυλιά» λέξη που όταν τη λέμε εννοούμε μελωδίες οργάνων με χορδές, δεν προέρχεται από έγχορδα όργανα αλλά από πνευστά. Κοντύλους, στο καλάμι λέμε τις αποστάσεις μεταξύ δυο γονάτων. Και ξέρομε ότι ανέκαθεν με το καλάμι έφτιαχναν πνευστά όργανα, θιαμπόλια, μαντούρες, ασκομαντούρες (τα στόμια). Έτσι η κοντυλιά έβγαινε από ήχους τέτοιων οργάνων, κοντύλους, πνευστών και όχι εγχόρδων.

Ο Σταμάτης Αποστολάκης, λαογράφος – συγγραφέας, μας πληροφορεί ότι η λύρα δεν είναι το παλαιότερο μουσικό όργανο της Κρήτης. Τα παλαιότερα μουσικά όργανα είναι το βιολί και το λαγούτο. Αργότερα έγινε η χρήση της λύρας σε διάφορες μορφές. Έτσι καθιερώθηκε στα χέρια άξιων λυράρηδων της Κρήτης.

Άλλα γνωστά χορδόφωνα στην Κρήτη ήταν το μπουλγαρί, το λαγούτο, το μπουζούκι και οι μπαγλαμάδες.

Είδη κρητικής λύρας

Το 18ο και 19ο αιώνα, η λύρα της Κρήτης παίζεται με δοξάρι που έχει κατά μήκος του τα «γερακοκούδουνα» που συνόδευαν τον ήχο της λύρας. Υπήρχε και η «βροντόλυρα», όπως η λύρα του ξακουστού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, του Κοντόχα στην περιοχή Ηρακλείου, από τις Αρχάνες. Κι όπως η μαντινάδα είναι δεμένη στενά με την κρητική λύρα, λέγανε:

Κοντόχα παιγνιδάτορα κι όμορφο παλικάρι
τραγουδιστή κι εγλεντιστή ‘που το Θεό ‘χεις χάρη.
Τα μάθια μου δεν είδανε περβόλι στο χαράκι
τραγουδιστή κι εγλεντιστή ωσάν τον Κοντοχάκη.

(το Κοντόχας ήταν ψευδώνυμο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Βαρδάκης).

Υπάρχει και η κοινή λύρα γνωστή σήμερα. Στην υπόλοιπη Ελλάδα υπάρχουν κι άλλες λύρες, το λυράκι στα Δωδεκάνησα, η λύρα η ποντιακή και ο κεμανές της Καππαδοκίας. Τη λύρα αγαπούν οι Κρητικοί γλεντζέδες ιδιαίτερα και της αφιερώνουν μαντινάδες:

Λύρα τση Κρήτης γέννημα κι ακριβοθυγατέρα
οντ’ αρχινάς να κελαηδείς τη νύχτα κάνεις μέρα.
Απ’ τα γερακοκούδουνα εζήτησα μια χάρη
να κανακίζουν απαλά τση λύρας το δοξάρι.

Για τις κοντυλιές:

Παίξε λυράκι κοντυλιές αλέργα και γεμάτα
ίσως να την πλανέψομε αυτή τη μαυρομάτα
Καλογερίδη οι κοντυλιές τσ’ αζωντανούς μεθιούνε
και του Ξυλούρη οι σκοποί και τσοι νεκρούς ξυπνούνε.

Και τώρα ας δώσουμε μερικά ονόματα γνωστών καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής σαν ελάχιστες αναφορές αφού οι άξιοι είναι πολλοί: Ξυλούρης, Δερμιτζογιάννης, Καλογερίδης, Καραβίτης, Ροδινός, Μουντάκης, Κουτσουρέλης, Σηφογιωργάκης, Φουσταλιέρης, Αβυσσινός, Σκουλάς, Πασπαράκης, Γαργανουράκης, Τζαγκαράκης, Μαρκογιαννάκης, Σταυρουλάκης, Σωπασής… Είναι κι άλλα πολλά γνωστά ονόματα και ζητώ συγνώμη που δεν έχω τη δυνατότητα να τα αναφέρω όλα μαζί με την τεράστια προσφορά τους στη λαϊκή μουσική της Κρήτης. Πάντα θα υπάρχουν παραλείψεις μέσα στους πολλούς άξιους.

Οι παιγνιδατόροι είναι συνήθως και άριστοι μαντιναδολόγοι. Έχουν στο αίμα τους τη μουσική και τη ρίμα. Θυμάμαι παλιά στις Αρχάνες σ’ ένα από τα πολλά μεγάλα, μνημειώδη κι αξέχαστα γλέντια που έπαιζε λύρα ο αείμνηστος Δερμιτζογιάννης. Ένας «μερακλωμένος» από τους θαμώνες τον παρακάλεσε να πει μια μαντινάδα για την Αρχανιώτισσα γυναίκα. Κι εκείνος ευθύς συνδύασε τη γυναικεία χάρη με το προϊόν του τόπου, το σταφύλι το ραζακί και βγήκε ευθύς η μαντινάδα:

Γυναίκες Αρχανιώτισσες με το γλυκύ τ’ αχείλι
απού το ζαχαρώνετε με ροζακί σταφύλι

υπάρχουν πολλοί νεώτεροι δεξιοτέχνες της λύρας που οι περισσότεροι προέρχονται από την πρωτοβουλία που ανέπτυξε στη δεκαετία του 1980-90 ο αείμνηστος Κώστας Μουντάκης στην Κρήτη και την Αθήνα. Ομότεχνοι και συνεργάτες των λυράρηδων είναι οι λαγουτιέρηδες που λειτουργούν και σαν πασαδόροι των βασικών οργάνων λύρας – βιολιού. Όσο για το τραγούδι είναι κι αυτό κύριο έργο των οργανοπαιχτών εφόσον διαθέτουν το χάρισμα και το διαθέτουν συνήθως όλοι. Υπάρχουν όμως και οι καλλίφωνοι τραγουδιστές που τραγουδούν μόνο, χωρίς να παίζουν όργανο. Έχομε λοιπόν στα γλέντια λυράρηδες, λαγουτιέρηδες, βιολάτορες, πασαδόρους στην πλειονότητα άντρες με ελάχιστες γυναίκες. Οι χαρισματικοί εκτελεστές εμπνέονται και αυτοσχεδιάζουν σκοπούς αθάνατους που κληροδοτούν στους μεταγενέστερους με απαράμιλλες εκτελέσεις που αναβαθμίζουν στο πέρασμα του χρόνου τη μουσική παράδοση της Κρήτης. Ένας τέτοιος χαρισματικός καλλιτέχνης που έζησε στο τέλος του 19ου και το μισό του 20ου αιώνα, ήταν ο Ι. Κοντόχας που είπαμε πιο πριν γι’ αυτόν δυο μαντινάδες. Ήταν άξιος τεχνίτης της λύρας και αυτοσχεδίαζε σκοπούς αξεπέραστους που σκορπούσαν τη χαρά, το κέφι και την αγαλλίαση στις ψυχές των μερακλήδων. Ήταν μια εποχή, η εποχή του Κοντόχα, που η ψυχαγωγία δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Σπάνιες οι ευκαιρίες, αλλά μεγάλη η άδολη χαρά όταν εύρισκαν τον… «αρμόδιο γκαιρό» όπως έλεγαν για να ξεδώσουν και να ξεφαντώσουν. Δεν υπήρχαν φυσικά τότε τα σινεμά, ή η τηλεόραση, οι δίσκοι ή οι κασέτες ή έστω ο φωνόγραφος των επόμενων δεκαετιών. Εκεί υπήρχε η πραγματική παράδοση «από στόμα σε στόμα». Μάθαιναν λοιπόν τα «τσιράκια» τους σκοπούς, τις κοντυλιές και τις μαντινάδες και τους μετέδιδαν στους νεώτερους. Ένα τέτοιο στιχούργημα από 42 δίστιχα είχε γράψει ο Κοντόχας και τα τραγουδούσε με τη λύρα του. Τίτλος του στιχουργήματος «ο κάτης μες στη βράκα» τραγούδι που αγαπούσαν οι σύγχρονοί του, ειδικά τις Αποκριές γιατί είχε σπαρταριστό περιεχόμενο. Μεταδόθηκε και υπάρχει μέχρι σήμερα από κάποιο «τσιράκι» του που τον ακολουθούσε στα γλέντια.

Όλα αυτά σκορπούσαν την άδολη και ειλικρινή χαρά στις ψυχαγωγικές ευκαιρίες και συναθροίσεις.